Ο υπουργός Εξωτερικών (ΥΠΕΞ) της Συρίας Ασάαντ αλ Σαϊμπάνι δήλωσε στο Axios ότι το ισραηλινό πλήγμα στην αεροπορική βάση Αμπού αλ Ντουχούρ ήταν αδικαιολόγητο, υποστηρίζοντας ότι η Δαμασκός είχε καταστήσει σαφές στο Ισραήλ πως δεν συνεργαζόταν με την Τουρκία για τη δημιουργία στρατιωτικής βάσης στην περιοχή.
Η ισραηλινή επίθεση τα ξημερώματα της Τρίτης έπληξε διαδρόμους και υπόστεγα της βάσης στη βόρεια Συρία, περίπου 72 χιλιόμετρα από τα τουρκικά σύνορα. Τουλάχιστον οκτώ βόμβες έπληξαν τις εγκαταστάσεις, χωρίς να αναφερθούν θύματα.
Το Ισραήλ ενημέρωσε την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ ότι στόχος της επιχείρησης ήταν να αποτραπεί η δημιουργία τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στη βάση. Ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε μάλιστα ότι το Ισραήλ είχε προειδοποιήσει τη Συρία να μην επιτρέψει τουρκική παρουσία στην περιοχή.
«Δεν υπήρχε τουρκική στρατιωτική ανάπτυξη»
Ο Αλ Σαϊμπάνι υποστήριξε ότι οι εργασίες στη βάση αφορούσαν αποκλειστικά την αποκατάσταση του αεροδρομίου και των εγκαταστάσεών του, οι οποίες είχαν υποστεί ζημιές κατά τη διάρκεια του πολέμου, με στόχο να χρησιμοποιηθούν από τη συριακή Πολεμική Αεροπορία.
«Δεν υπήρχε τουρκική στρατιωτική ανάπτυξη στη βάση, με οποιαδήποτε έννοια που θα δικαιολογούσε μια τέτοια ερμηνεία», ανέφερε, σημειώνοντας ότι η εγκατάσταση ήταν σε μεγάλο βαθμό άδεια και δεν είχε ακόμη αποκατασταθεί πλήρως ούτε είχε τεθεί σε πλήρη λειτουργία.
Ο Σύρος υπουργός Εξωτερικών παραδέχθηκε ότι Τούρκοι στρατιωτικοί αξιωματούχοι είχαν επισκεφθεί τη βάση λίγες ημέρες πριν από το ισραηλινό πλήγμα, υπογραμμίζοντας όμως ότι η επίσκεψη εντασσόταν στη στρατιωτική συνεργασία και την ανταλλαγή τεχνογνωσίας.
Όπως είπε, αντίστοιχη συνεργασία και προγράμματα εκπαίδευσης πραγματοποιούνται με τη Σαουδική Αραβία, την Ιορδανία, το Κατάρ και τη Ρωσία.
«Η Συρία είναι κυρίαρχο κράτος και έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει σχέσεις συνεργασίας και συμμαχίας με οποιαδήποτε χώρα, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας», τόνισε.
Επαφές με ΗΠΑ και Ισραήλ
Ο Αλ Σαϊμπάνι ανέφερε ότι η Συρία βρισκόταν σε επικοινωνία με το Ισραήλ τις ημέρες πριν από την επίθεση και είχε εξηγήσει στους Ισραηλινούς αξιωματούχους τη φύση των εργασιών στη βάση.
Σύμφωνα με τον ίδιο, είχε καταστεί σαφές ότι η βάση θα παρέμενε υπό συριακή κυριαρχία και έλεγχο και ότι δεν υπήρχε σχεδιασμός για μόνιμη τουρκική στρατιωτική παρουσία.
Παράλληλα, ο Σύρος υπουργός δήλωσε ότι βρισκόταν σε επαφή με την κυβέρνηση Τραμπ τόσο πριν όσο και μετά το πλήγμα, με στόχο να εκφράσει τις ανησυχίες της Δαμασκού και να αποτραπεί περαιτέρω κλιμάκωση.
Μετά την επίθεση, η συριακή κυβέρνηση απευθύνθηκε στην αμερικανική κυβέρνηση και σε άλλες χώρες, ζητώντας να περιοριστούν οι συνέπειες του πλήγματος και να αποτραπεί η επανάληψή του.
«Θέλουμε αποκλιμάκωση, διότι η συνεχιζόμενη στρατιωτική ένταση στην περιοχή δεν εξυπηρετεί κανέναν και δεν συμβάλλει στη σταθερότητα που χρειάζονται η Συρία και η ευρύτερη περιοχή», ανέφερε.
Η Δαμασκός δεν κλείνει την πόρτα στις διαπραγματεύσεις
Παρά την ένταση, ο Αλ Σαϊμπάνι δήλωσε ότι η Συρία εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για την επίτευξη συμφωνίας με το Ισραήλ για την αποκλιμάκωση στα σύνορα.
Όπως τόνισε, η αποκλιμάκωση δεν μπορεί να αποτελεί ευθύνη μόνο της μίας πλευράς και κάλεσε το Ισραήλ να επανεξετάσει την πολιτική του απέναντι στη Συρία.
«Η Συρία δεν κλείνει την πόρτα στις διαπραγματεύσεις. Αντιθέτως, πιστεύουμε ότι οι πολιτικές και οι λύσεις στον τομέα της ασφάλειας προσφέρουν τον πιο βιώσιμο δρόμο προς τη σταθερότητα», δήλωσε.
Ο ίδιος αποκάλυψε ότι η Συρία επιχείρησε επί έναν ολόκληρο χρόνο να καταλήξει σε συμφωνία ασφαλείας με το Ισραήλ, με τη μεσολάβηση της κυβέρνησης Τραμπ. Σύμφωνα με τον Αλ Σαϊμπάνι, οι δύο πλευρές είχαν σημειώσει σημαντική πρόοδο και είχαν συμφωνήσει επί της αρχής σε ένα πλαίσιο συμφωνίας, όμως στη συνέχεια το Ισραήλ υπαναχώρησε και το συμφωνημένο πλαίσιο δεν εφαρμόστηκε.
Ο Σύρος υπουργός υποστήριξε ότι κατά τις διαπραγματεύσεις είχαν ληφθεί υπόψη σημαντικές ισραηλινές ανησυχίες για την ασφάλεια, αλλά υπογράμμισε ότι «η ασφάλεια δεν μπορεί να είναι μονόπλευρη».
Εφόσον υπάρξει «γνήσια πολιτική βούληση», πρόσθεσε, οι διαπραγματεύσεις μπορούν να επαναληφθούν και να οδηγήσουν σε συμφωνίες που θα διασφαλίζουν την ασφάλεια και των δύο πλευρών, θα σέβονται την κυριαρχία της Συρίας και θα συμβάλλουν στη σταθερότητα της περιοχής.