Ο Πολ Κρούγκμαν βάζει στο στόχαστρο τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, με αφορμή την πρόσφατη παρέμβασή του στις αγορές ομολόγων και την αδυναμία να ανακόψει την άνοδο των μακροπρόθεσμων επιτοκίων.
Σε νέο άρθρο του, ο νομπελίστας οικονομολόγος υποστηρίζει ότι ο Μπέσεντ είχε ξεκινήσει τη θητεία του με σημαντική αξιοπιστία στις αγορές, αλλά πλέον έχει βρεθεί αντιμέτωπος με τις συνέπειες των δημόσιων παρεμβάσεών του.
Ιδιαίτερα επικριτικός είναι για τη δήλωση του υπουργού, πριν από περίπου τρεις εβδομάδες, ότι «είμαι πλέον η μάνα» της αγοράς (σ.σ. με την έννοια αυτού που μοιράζει την τράπουλα σε ένα παιχνίδι).
Ο Κρούγκμαν συνδέει την άνοδο των αποδόσεων των αμερικανικών treasuries με ένα ευρύτερο μείγμα παραγόντων.
Όπως υποστηρίζει, ο πρώτος παράγοντας είναι οι τεράσεις επενδύσεις σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.
Την ίδια στιγμή, οι υψηλές τιμές του πετρελαίου και των πετρελαϊκών προϊόντων διατηρούν τον πληθωρισμό σε αυξημένα επίπεδα, ενισχύοντας τις προσδοκίες ότι η Fed θα διατηρήσει υψηλά τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια. Αυτό, με τη σειρά του, μεταφέρεται και στην αγορά των μακροπρόθεσμων ομολόγων.
Με την τιμή του πετρελαίου να παραμένει υψηλή και τις τιμές των διυλισμένων πετρελαϊκών προϊόντων, ιδίως του ντίζελ, να εξακολουθούν να βρίσκονται κοντά σε επίπεδα-ρεκόρ, ο πληθωρισμός θα παραμείνει υψηλός. Αυτό σημαίνει σύμφωνα με τον Κρούγκμαν ότι η Fed θα διατηρήσει υψηλά τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια, μια προσδοκία που μεταφέρεται και στα μακροπρόθεσμα επιτόκια.
Εξ ού και η ταπείνωση του Μπέσεντ στην αγορά ομολόγων, υπογραμμίζει ο Κρούκγμαν.
«Η αλήθεια είναι ότι ο Μπέσεντ ίσως να μην μπορούσε να μειώσει τα επιτόκια ακόμα και υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες» παραδέχεται ο Κρούγκμαν. «Όμως, σίγουρα δεν πρόκειται να καταφέρει τίποτα όσο ο Τραμπ εξακολουθεί να πιστεύει ότι μπορεί, με κάποιον τρόπο, να μετατρέψει το φιάσκο του στο Ιράν σε θριαμβευτική νίκη. Και ο Τραμπ θα συνεχίσει να το πιστεύει όσο περιβάλλεται από κόλακες που του λένε αυτά που θέλει να ακούσει» προσθέτει.
H ισχύς του υπουργού Οικονομικών απέναντι στην αγορά ομολόγων έχει σαφή όρια. Ακόμα και οι επαναγορές 30ετών treasuries, σημειώνει, δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν τις ευρύτερες οικονομικές και πληθωριστικές πιέσεις.