Η αμερικανική αγορά ετοιμάζεται για ακόμα ένα τρίμηνο ισχυρής εταιρικής κερδοφορίας, με κινητήριο δύναμη τις τεράστιες κεφαλαιουχικές δαπάνες για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Η αναπτυξιακή δυναμική αναμένεται να βοηθήσει τη Wall Street να ξεπεράσει τις ανησυχίες για την αντοχή του «AI trade» εν μέσω αυξανόμενου κόστους δανεισμού.
Ωστόσο, δεν μπορεί να καθησυχάσει τους φόβους σχετικά με την εξάρτηση των χρηματιστηριακών δεικτών από έναν περιορισμένο αριθμό τεχνολογικών κολοσσών.
Η περίοδος ανακοίνωσης αποτελεσμάτων ξεκινά την ερχόμενη εβδομάδα, με τα κέρδη των εταιρειών του δείκτη S&P 500 να εκτιμάται ότι αυξήθηκαν κατά 27% το τρίμηνο που έληξε τον Σεπτέμβριο σε ετήσια βάση, σύμφωνα με την Goldman Sachs.
Η άνοδος αυτή τροφοδοτείται κυρίως από τις επιχειρήσεις που βρίσκονται στο επίκεντρο της επενδυτικής έκρηξης στις υποδομές AI.
Εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις, θα πρόκειται για το τρίτο διαδοχικό τρίμηνο κατά το οποίο η αύξηση της κερδοφορίας υπερβαίνει το 25%.
Πρόκειται για μια επίδοση που έχει καταγραφεί μόνο σε περιόδους ανάκαμψης από κρίσεις, σύμφωνα με τον Μανίς Κάμπρα, επικεφαλής στρατηγικής αμερικανικών μετοχών της Société Générale. Παράλληλα, η αύξηση των εσόδων υπολογίζεται ότι θα αγγίξει το 12%.
Οι επενδυτές γίνονται μάρτυρες της «καλύτερης αύξησης κερδών και περιθωρίων κέρδους της ζωής μας», κυρίως χάρη στις κεφαλαιουχικές δαπάνες για τις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, δήλωσε στους Financial Times ο Στιβ Σαβαρόνε, διευθύνων σύμβουλος επενδύσεων μετοχών της Federated Hermes. Ο ίδιος συμπλήρωσε χαρακτηριστικά πως «ο κόσμος συσσωρεύει ανησυχίες... οι οποίες τελικά καταρρίπτονται εκκωφαντικά από τα ίδια τα εταιρικά αποτελέσματα».
Πίεση στα επιτόκια και ενεργειακό άλμα
Οι αμερικανικές μετοχές έκλεισαν σε επίπεδα ρεκόρ την Τρίτη, προσπερνώντας σε μεγάλο βαθμό το κύμα πωλήσεων στην αγορά ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου.
Η διόρθωση στα ομόλογα ξεκίνησε στα μέσα Αυγούστου και επιταχύνθηκε όταν η Fed προχώρησε τον περασμένο μήνα στην πρώτη αύξηση επιτοκίων των τελευταίων τριών ετών.
Ως αποτέλεσμα, το μακροπρόθεσμο κόστος δανεισμού εκτινάχθηκε στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο δεκαετιών. Η εξέλιξη αυτή ασκεί έντονη πίεση στους πλέον ευαίσθητους στα επιτόκια κλάδους της αμερικανικής οικονομίας, όπως οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, τα ακίνητα και οι εταιρείες κοινής ωφέλειας, αλλά και στις μικρότερες επιχειρήσεις και τους καταναλωτές.
Παρόλα αυτά, και οι 11 κλάδοι του δείκτη S&P 500 αναμένεται να καταγράψουν αύξηση κερδών, σύμφωνα με στοιχεία της FactSet.
Η εταιρεία δεδομένων επισημαίνει επίσης ότι 72 εταιρείες του δείκτη —αριθμός που αποτελεί ιστορικό υψηλό— έχουν εκδώσει θετικές εκτιμήσεις κερδοφορίας για το τρίμηνο του Σεπτεμβρίου, ενώ ο αριθμός των ομίλων με αρνητικές προβλέψεις βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε ετών.
Ορισμένοι αναλυτές αναμένουν ότι το θετικό κλίμα θα διατηρηθεί. «Ούτε τα πρόσφατα μακροοικονομικά δεδομένα ούτε τα μηνύματα από την επενδυτική έκρηξη στο AI υποδεικνύουν επιβράδυνση», σημείωσε στους Financial Times ο Μπεν Σνάιντερ της Goldman Sachs.