Η τεχνητή νοημοσύνη (AI) θα μπορούσε να ενισχύσει την ανάπτυξη μεγάλων οικονομιών σε ολόκληρο τον κόσμο την επόμενη δεκαετία, πολύ πέρα από τις ΗΠΑ και την Κίνα, χωρίς να προκαλέσει μαζική απώλεια θέσεων εργασίας. Αυτό προκύπτει από έρευνα των Financial Times σε 94 οικονομολόγους από την Ασία, τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, η οποία καταγράφει μια αισιόδοξη εκτίμηση για τις οικονομικές προοπτικές της τεχνολογίας.
Το 54% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι πολλές ή σχεδόν όλες οι χώρες της G20 θα καταγράψουν σημαντικά οφέλη στην ανάπτυξη και την παραγωγικότητα μέσα στην επόμενη δεκαετία χάρη στην AI.
Η βασική παραδοχή είναι ότι τα κέρδη δεν θα περιοριστούν στις χώρες που αναπτύσσουν τα πιο προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης. Αντίθετα, θα μπορούν να μεταφερθούν και σε οικονομίες που υιοθετούν αποτελεσματικά τις νέες τεχνολογίες στις επιχειρήσεις και στην εργασία.
«Οι οικονομίες που υιοθετούν την AI θα ωφεληθούν επίσης, αλλά με χρονική καθυστέρηση», σημείωσε η Jumana Saleheen, επικεφαλής οικονομολόγος της Vanguard, περιγράφοντας αυτές τις χώρες ως τους «δεύτερους νικητές» της τεχνολογικής μετάβασης.
Το στοίχημα της παραγωγικότητας
Η αισιόδοξη εκτίμηση έρχεται σε αντίθεση με τις προειδοποιήσεις για τις κοινωνικές και οικονομικές αναταράξεις που μπορεί να προκαλέσει η AI. Ορισμένοι οικονομολόγοι φοβούνται ότι τα οφέλη θα συγκεντρωθούν στους ιδιοκτήτες τεχνολογικών εταιρειών και στους μετόχους τους, εντείνοντας τις ανισότητες σε βάρος των εργαζομένων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί ανησυχίες για το ενδεχόμενο μιας απότομης αναστροφής της επενδυτικής και χρηματιστηριακής άνθησης που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη, εξέλιξη που θα μπορούσε να πλήξει την οικονομική ανάπτυξη.
Ωστόσο, η έρευνα των FT υπογραμμίζει ότι η ευρεία αξιοποίηση της τεχνολογίας μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα σε πολλούς κλάδους, όπως συνέβη στο παρελθόν με τον ηλεκτρισμό και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Ο Martin Beck, επικεφαλής οικονομολόγος της WPI Strategy, επισημαίνει ότι οι χώρες δεν χρειάζεται να αναπτύσσουν οι ίδιες τεχνολογίες αιχμής για να αποκομίσουν οφέλη. Η αύξηση της παραγωγικότητας μπορεί να προέλθει από την υιοθέτηση της AI από εργαζομένους και επιχειρήσεις, τη μεταφορά τεχνογνωσίας, τις εισαγωγές προϊόντων που ενσωματώνουν τεχνητή νοημοσύνη και τη μείωση του κόστους αγαθών και υπηρεσιών.
Τα πιθανά οφέλη αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον παρατεταμένης επιβράδυνσης της παγκόσμιας παραγωγικότητας. Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας που παραθέτουν οι FT, η μέση ετήσια αύξηση της παγκόσμιας παραγωγικότητας υποχώρησε από 1,4% τη δεκαετία του 2000 σε 1,1% τη δεκαετία του 2010, ενώ χωρίς μια σημαντική τεχνολογική αλλαγή αναμενόταν να περιοριστεί περίπου στο 0,8% κατά την τρέχουσα δεκαετία.
Τον Αύγουστο, η επικεφαλής του ΔΝΤ Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα χαρακτήρισε την AI «κινητήρια δύναμη ανάπτυξης για την παγκόσμια οικονομία», καθώς οι επενδύσεις επεκτείνονται πέρα από τις ΗΠΑ. Στην έκθεση World Economic Outlook του Οκτωβρίου, το Ταμείο ανέφερε επίσης ότι η τεχνολογική δυναμική που συνδέεται με την AI αποτελεί σημαντικό αντιστάθμισμα στους γεωπολιτικούς κινδύνους.
Οι χώρες που κινδυνεύουν να μείνουν πίσω
Η διάχυση των οφελών, ωστόσο, δεν θεωρείται δεδομένη. Οι οικονομίες με ανεπαρκείς υποδομές και περιορισμένη δυνατότητα επενδύσεων κινδυνεύουν να μείνουν πίσω, διευρύνοντας το χάσμα παραγωγικότητας με τις χώρες που υιοθετούν πρώτες τις νέες τεχνολογίες.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται για τις αφρικανικές χώρες. Τριάντα δύο από τους συμμετέχοντες στην έρευνα προειδοποίησαν για τον κίνδυνο υστέρησης λόγω αδύναμων υποδομών, αναφέροντας μεταξύ άλλων τη Νιγηρία, τη Σομαλία και την Αιθιοπία.
Κίνδυνοι εντοπίζονται και για οικονομίες που στηρίζονται στην παροχή υπηρεσιών με χαμηλό εργατικό κόστος, οι οποίες μπορούν να αυτοματοποιηθούν. Οι Φιλιππίνες, για παράδειγμα, εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από υπηρεσίες εξωτερικής ανάθεσης επιχειρηματικών διαδικασιών, τηλεφωνικά κέντρα και διοικητικές εργασίες ρουτίνας. Αντίστοιχες προκλήσεις αντιμετωπίζουν, σύμφωνα με τους συμμετέχοντες, το Μεξικό και η Ινδονησία.
Η Léa Dauphas, επικεφαλής οικονομολόγος της TAC Economics, προειδοποιεί για ένα «σωρευτικό χάσμα»: οι χώρες που υιοθετούν νωρίς την AI αυξάνουν την παραγωγικότητά τους και αποκτούν μεγαλύτερη δυνατότητα να επενδύσουν περαιτέρω στην τεχνολογία, ενισχύοντας το προβάδισμά τους.
Το ευρωπαϊκό δίλημμα και η απασχόληση
Για την Ευρώπη, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Οι σκανδιναβικές χώρες, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Γερμανία αναφέρονται συχνά ως πιθανοί ωφελημένοι. Ωστόσο, ορισμένοι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι οι ρυθμιστικοί περιορισμοί και η περιορισμένη ευρωπαϊκή παρουσία σε τμήματα της τεχνολογικής αλυσίδας αξίας ενδέχεται να επιβραδύνουν την υιοθέτηση της AI.
Ο Luis Garicano, καθηγητής στο London School of Economics, εκτιμά ότι η Ευρώπη είναι ευάλωτη τόσο λόγω πιθανών αυξανόμενων περιορισμών στην υιοθέτηση της τεχνολογίας όσο και εξαιτίας της απουσίας της από σημαντικά τμήματα της σχετικής εφοδιαστικής αλυσίδας.
Σε επίπεδο απασχόλησης, οι οικονομολόγοι αναμένουν ότι οι επιπτώσεις θα διαφέρουν σημαντικά ανά κλάδο και επάγγελμα. Οι διοικητικές εργασίες, η εξυπηρέτηση πελατών, οι θέσεις εισαγωγικού επιπέδου για επαγγελματίες και άλλες γνωστικές εργασίες ρουτίνας θεωρούνται μεταξύ των πιο εκτεθειμένων στην αυτοματοποίηση.
Παρά ταύτα, η πλειονότητα των ερωτηθέντων δεν αναμένει μεγάλη ή παρατεταμένη αύξηση της ανεργίας. Εκτιμά ότι θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας και ότι η AI θα μπορούσε να βοηθήσει οικονομίες που αντιμετωπίζουν συρρίκνωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας.
«Η AI θα αλλάξει τον χαρακτήρα των θέσεων εργασίας, αλλά δεν αναμένω μια αποκάλυψη στην απασχόληση», σημείωσε η Diane Coyle, καθηγήτρια Δημόσιας Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.
Το κρίσιμο στοίχημα, επομένως, δεν είναι μόνο η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και η δυνατότητα των επιχειρήσεων και των οικονομιών να την ενσωματώσουν αποτελεσματικά, ώστε τα οφέλη στην παραγωγικότητα και στα εισοδήματα να διαχυθούν ευρύτερα.