Το Ιράν ανακοίνωσε ότι θα προχωρήσει σε «νομικές ενέργειες» κατά δεξαμενόπλοιων της Sinokor, της μεγαλύτερης εταιρείας ιδιοκτησίας πετρελαιοφόρων παγκοσμίως, η οποία έχει μεταφέρει εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ τις τελευταίες εβδομάδες.
Η Αρχή των Στενών του Περσικού Κόλπου (PGSA) ανέφερε σε ανάρτησή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι τα πλοία της Sinokor Shipping Company έχουν καταγράψει τον μεγαλύτερο αριθμό παραβιάσεων των κανόνων διέλευσης κατά τους τελευταίους τρεις μήνες, σύμφωνα με το Bloomberg.
«Τα πλοία που ανήκουν στη Sinokor Shipping Company έχουν διαπράξει τον μεγαλύτερο αριθμό παραβιάσεων διέλευσης τους τελευταίους τρεις μήνες και μέχρι στιγμής έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα επιβολής του νόμου κατά τουλάχιστον επτά από αυτά», ανέφερε η PGSA, χωρίς να διευκρινίσει τη φύση των μέτρων.
Το Ιράν δημιούργησε την PGSA νωρίτερα μέσα στο έτος ως σημείο επαφής για τις διελεύσεις από τα Στενά του Ορμούζ. Έκτοτε, η αρχή έχει δημοσιεύσει κατάλογο πλοίων τα οποία, σύμφωνα με τις δικές της ανακοινώσεις, έχουν παραβιάσει τους κανόνες διέλευσης από τη θαλάσσια οδό.
Προειδοποίηση για νομικές ενέργειες από την 1η Νοεμβρίου
Η PGSA προειδοποίησε ότι οι νομικές ενέργειες θα επεκταθούν σε όλα τα πλοία της εταιρείας από την 1η Νοεμβρίου.
«Όλοι οι ιδιοκτήτες φορτίων, οι εμπλεκόμενοι φορείς και οι πάροχοι ασφαλιστικών υπηρεσιών προειδοποιούνται ότι από την 1η Νοεμβρίου θα λαμβάνονται νομικά μέτρα κατά όλων των πλοίων της εταιρείας», ανέφερε στην ανακοίνωσή της.
Η Sinokor δεν απάντησε αμέσως σε αίτημα για σχόλιο.
Κομβικός παίκτης στη μεταφορά πετρελαίου μέσω Ορμούζ
Η Sinokor, η οποία διαθέτει τον μεγαλύτερο στόλο υπερδεξαμενόπλοιων παγκοσμίως, έχει εξελιχθεί σε κρίσιμο παράγοντα για τη διακίνηση πετρελαίου διεθνώς, αξιοποιώντας τις επικερδείς μεταφορές φορτίων μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Σύμφωνα με στοιχεία εταιρειών ανάλυσης πληροφοριών και ναυτιλιακών βάσεων δεδομένων, τα πλοία της εταιρείας μετέφεραν σχεδόν το 40% του αργού πετρελαίου που διήλθε από τα Στενά του Ορμούζ τον περασμένο μήνα. Το ποσοστό αυτό ήταν μεγαλύτερο από το αντίστοιχο των τριών αμέσως επόμενων μεγαλύτερων εταιρειών μαζί.