Το ενεργειακό παράδοξο της Ελλάδας και πόσο μας κοστίζει

Η χώρα παράγει πλέον πολύ περισσότερο καθαρό ρεύμα και άρχισε να το εξάγει. Όμως οι λογαριασμοί των πολιτών παραμένουν υψηλοί και η ενεργειακή φτώχεια είναι η μεγαλύτερη στην ΕΕ. Γράφει ο Nicholas Havoutis.

Δημοσιεύθηκε: 5 Σεπτεμβρίου 2026 - 08:11

Load more

Η Ελλάδα έχει αλλάξει ενεργειακά περισσότερο μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια από ό,τι σε πολλές προηγούμενες δεκαετίες.

Το 2020 ο ρυπογόνος λιγνίτης αποτελούσε την πρώτη ύλη για το 15% του ηλεκτρικού ρεύματος που κατανάλωνε η χώρα. Μέχρι το 2025 το ποσοστό είχε πέσει κάτω από 5%. Την ίδια ώρα, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας -κυρίως ήλιος και αέρας- έφτασαν σχεδόν στο 47% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Και υπάρχει ακόμη μία μεγάλη αλλαγή: η Ελλάδα, από χώρα που αγόραζε ρεύμα από το εξωτερικό, έγινε το 2025 καθαρός εξαγωγέας. Αυτό είναι μεγάλη επιτυχία.

Yπάρχει, όμως, ένα πρόβλημα. Ενώ η Ελλάδα παράγει όλο και περισσότερο φθηνό και καθαρό ρεύμα, αφενός δεν μπορεί να το αξιοποιήσει όλο, αφ’ ετέρου ο καταναλωτής δεν βλέπει την αντίστοιχη μείωση στον λογαριασμό του.

Εδώ λοιπόν βρίσκεται το πραγματικό ενεργειακό στοίχημα της χώρας για την επόμενη δεκαετία.

Από τον λιγνίτη στον ήλιο και τον αέρα

Μια σημαντική αλλαγή αναδύεται με καθαρότητα μέσα από τους αριθμούς.

Με απλά λόγια: Ο λιγνίτης σχεδόν εξαφανίστηκε. Οι ΑΠΕ εκτοξεύθηκαν. Από το 2020 έως το 2025 η παραγωγή από ΑΠΕ αυξήθηκε κατά 56%, ενώ η παραγωγή από λιγνίτη μειώθηκε κατά 87%.

Το πρώτο εξάμηνο του 2026 η εικόνα έγινε ακόμη πιο εντυπωσιακή: οι ΑΠΕ και τα υδροηλεκτρικά έδωσαν πάνω από το 70% της ηλεκτρικής παραγωγής. Η Ελλάδα, λοιπόν, έχει κάνει το δύσκολο πρώτο βήμα: έβαλε πολύ περισσότερο ήλιο και αέρα στο ηλεκτρικό της σύστημα.

Υπάρχει όμως και ένα μεγάλο «αλλά». Για να πετύχει τον στόχο του 2030, πρέπει να αυξήσει ακόμα περισσότερο την εγκατεστημένη ισχύ ΑΠΕ από 20,9 GW σήμερα σε 36,5 GW. Δηλαδή με την σημερινή ενεργειακή ζήτηση χρειάζονται περίπου άλλα 15,6 GW, χονδρικά δε για τις ανάγκες του άρθρου μας, μπορούμε να πούμε ότι η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ πρέπει να διπλασιαστεί.

Αυτό σημαίνει πάνω από 3 GW νέων έργων κάθε χρόνο. Μέχρι σήμερα, η καλύτερη ετήσια επίδοση ήταν περίπου 1,9 GW φωτοβολταϊκών. Άρα η επόμενη φάση θα είναι πολύ δυσκολότερη από την πρώτη.

Η Ελλάδα γινεται εξαγωγέας ρεύματος

Το 2020 η Ελλάδα αγόραζε καθαρά περίπου 1.600 GWh ηλεκτρικής ενέργειας από το εξωτερικό. Το 2025 εξήγαγε περίπου 3.010 GWh. Σε μόλις έναν χρόνο, οι καθαρές εξαγωγές δεκαπλασιάστηκαν σε σχέση με το 2024. Οι εξαγωγές αυτές απέφεραν έσοδα σχεδόν 1 δισ. ευρώ.

Οι βασικοί πελάτες ήταν οι γειτονικές χώρες, κυρίως η Βουλγαρία, η Αλβανία και η Βόρεια Μακεδονία. Αυτό δημιουργεί μια νέα Ελλάδα στον ενεργειακό χάρτη: η χώρα είναι πλέον όχι μόνο καταναλωτής ενέργειας, αλλά παραγωγός και εξαγωγέας.

Χρειάζεται όμως προσοχή. Οι μεγάλες εξαγωγές του 2025 δεν σημαίνουν ότι η Ελλάδα έχει μόνιμο πλεόνασμα ρεύματος. Οι καιρικές συνθήκες, η ζήτηση στα Βαλκάνια και οι τιμές του φυσικού αερίου επηρεάζουν σημαντικά το αποτέλεσμα. Ενώ η τάση είναι θετική, δεν πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι κάθε χρόνο θα υπάρχουν 3 TWh εξαγωγών.

Η αντίφαση: Φθηνότερο ρεύμα στην αγορά, ακριβός λογαριασμός στο σπίτι

Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο πρόβλημα. Ο τελικός λογαριασμός ενός νοικοκυριού δεν αποτελείται μόνο από την τιμή του ρεύματος. Για κάθε 100 ευρώ που πληρώνει ο καταναλωτής, περίπου:

Η μέση τελική τιμή που χρησιμοποιείται εδώ είναι περίπου 0,238 €/kWh. Άρα, αν η τιμή του ρεύματος στη χονδρική αγορά πέσει 30%, ο λογαριασμός του καταναλωτή δεν πέφτει κατά 30%.

Γιατί; Επειδή περισσότερο από το μισό του λογαριασμού αποτελείται από δίκτυα, φόρους και άλλα κόστη. Αυτό είναι το κλειδί για να καταλάβουμε γιατί ο Έλληνας καταναλωτής δεν αισθάνεται στην τσέπη του όλη την πρόοδο της ενεργειακής αγοράς. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει το ρεύμα, αλλά τι κοστίζει όλο το σύστημα γύρω από το ρεύμα.

Και εδώ εμφανίζεται η ενεργειακή φτώχεια

Οι αριθμοί είναι σκληροί.

Με άλλα λόγια, σχεδόν ένας στους πέντε Έλληνες δηλώνει ότι δεν μπορεί να ζεστάνει επαρκώς το σπίτι του. Η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους συγκεκριμένους δείκτες ενεργειακής πίεσης.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Τρεις λόγοι ξεχωρίζουν:

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: το σπίτι χρειάζεται περισσότερο ρεύμα για να ζεσταθεί ή να δροσιστεί, και το νοικοκυριό έχει μικρότερο διαθέσιμο εισόδημα για να πληρώσει τον λογαριασμό.

Η Ελλάδα δεν έχει πρόβλημα παραγωγής, αλλά αποθήκευσης

Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο σημαντικά σημεία για την επόμενη ημέρα. Όταν έχει ήλιο και αέρα, η Ελλάδα παράγει πολύ και καθαρό ρεύμα. Όμως δεν το χρειάζονται όλοι εκείνη ακριβώς τη στιγμή.

Τι κάνουμε τότε;

Χωρίς αρκετές μπαταρίες και αρκετά ισχυρά δίκτυα, ένα μέρος της ενέργειας απλώς κόβεται. Οι περικοπές ΑΠΕ (δείτε τον ορισμό πιο πάνω) αυξάνονται γρήγορα:

Η εικόνα είναι απλή: Έχουμε όλο και περισσότερο ήλιο και αέρα, αλλά δεν έχουμε ακόμη αρκετές «αποθήκες» για να κρατήσουμε την ενέργεια όταν δεν τη χρειαζόμαστε. Και έτσι χάνουμε ενέργεια που ήδη έχουμε πληρώσει για να παράγουμε.

Οι μπαταρίες υπάρχουν στα σχέδια. Δεν υπάρχουν ακόμη αρκετές στην πράξη

Το πρόβλημα φαίνεται ακόμη πιο καθαρά στις μπαταρίες. Υπάρχουν σχέδια για περίπου 6,8 GW συστημάτων αποθήκευσης. Όμως η πραγματική λειτουργία είναι πολύ μικρότερη.

Αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα κενά της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής: άλλο τι έχει ανακοινωθεί και άλλο τι λειτουργεί. Και για έναν επενδυτή αυτό έχει τεράστια σημασία. Η επόμενη μεγάλη ευκαιρία δεν βρίσκεται απαραίτητα στο να κατασκευάσουμε ακόμη περισσότερα φωτοβολταϊκά. Βρίσκεται στο να μπορούμε να κρατήσουμε, να μεταφέρουμε και να πουλήσουμε το ρεύμα όταν το χρειαζόμαστε.

Tο δίκτυο είναι ο μεγάλος λαιμός του μπουκαλιού

Ακόμη και αν έχουμε μπαταρίες, χρειαζόμαστε δίκτυα. Σήμερα περίπου 15 GW έργων περιμένουν χώρο και άδειες στο δίκτυο. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει επενδυτικό ενδιαφέρον, υπάρχουν κεφάλαια και υπάρχουν έργα — αλλά δεν μπορούν όλα να συνδεθούν γρήγορα. Επομένως η Ελλάδα δεν έχει πλέον βασικό πρόβλημα το αν μπορεί να βρει επενδυτές για ΑΠΕ. Έχει πρόβλημα οργάνωσης και ταχύτητας εκτέλεσης.

Ο ενεργειακός κόμβος: Μεγάλη ευκαιρία, αλλά και μεγάλο ρίσκο

Η Ελλάδα θέλει να γίνει ενεργειακός κόμβος της Ανατολικής Μεσογείου. Υπάρχουν τρία μεγάλα σχέδια που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο.

Αν αυτά τα έργα προχωρήσουν, η Ελλάδα μπορεί να γίνει κάτι πολύ περισσότερο από παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας. Μπορεί να γίνει γέφυρα ενέργειας μεταξύ Ευρώπης, Ανατολικής Μεσογείου και Βόρειας Αφρικής.

Αλλά υπάρχει και το αντίθετο σενάριο. Τα έργα αυτά εξαρτώνται από πολιτικές αποφάσεις, γεωπολιτικές εξελίξεις και χώρες που δεν ελέγχει η Ελλάδα. Άρα ο ενεργειακός κόμβος είναι μεγάλη ευκαιρία, αλλά δεν είναι ακόμη τετελεσμένο γεγονός.

Το μεγάλο στοίχημα των υπεράκτιων αιολικών

Η Ελλάδα έχει τεράστιο θαλάσσιο αιολικό δυναμικό, περίπου 65 GW. Όμως σήμερα η εγκατεστημένη ισχύς υπεράκτιων αιολικών είναι μηδέν. Ο στόχος είναι περίπου 2 GW έως το 2030. Εδώ υπάρχει ένα ακόμα ενδιαφέρον παράδοξο: η μεγαλύτερη θεωρητική ευκαιρία βρίσκεται σε έναν τομέα όπου ακόμη δεν έχει κατασκευαστεί ούτε μία μονάδα.

Αυτό σημαίνει μεγάλη πιθανή απόδοση, αλλά και μεγάλο ρίσκο. Για έναν επενδυτή, το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει αιολικό δυναμικό. Υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει αυτό το δυναμικό σε πραγματικά έργα, με άδειες, δίκτυα και χρηματοδότηση.

Τι πρέπει να γίνει τώρα

Η επόμενη φάση δεν χρειάζεται περισσότερα μεγάλα λόγια. Χρειάζεται να λυθούν συγκεκριμένα προβλήματα.

 Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να παράγουμε περισσότερο ρεύμα αλλά να παίρνουμε μεγαλύτερη αξία από κάθε κιλοβατώρα που παράγουμε.

Τρία πιθανά σενάρια για το 2035

Το μέλλον μπορεί να πάρει διαφορετικούς δρόμους.

Οι αριθμοί δείχνουν κάτι πολύ απλό. Η Ελλάδα μπορεί να μείνει μια χώρα που παράγει καθαρή ενέργεια. Μπορεί όμως να γίνει και χώρα που παράγει, αποθηκεύει, μεταφέρει και εξάγει ενέργεια. Η δεύτερη περίπτωση δημιουργεί ένα πολύ πιο σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό οικοσύστημα.

Το επενδυτικό στοίχημα

Η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι πλέον μόνο υπόθεση φωτοβολταϊκών και ανεμογεννητριών. 

Η πρώτη φάση ήταν: «Να παράγουμε καθαρό ρεύμα».

Η δεύτερη είναι: «Να μπορούμε να το αποθηκεύουμε».

Η τρίτη: «Να μπορούμε να το μεταφέρουμε εκεί όπου χρειάζεται».

Και η τέταρτη: «Να το πουλάμε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό αντλώντας μεγαλύτερη αξία».

Εδώ βρίσκεται και η πιο ενδιαφέρουσα επενδυτική ευκαιρία. Οι μπαταρίες, τα δίκτυα και οι διασυνδέσεις μπορεί να είναι πιο σημαντικά από την ίδια την αύξηση της παραγωγής ΑΠΕ. Γιατί; Επειδή η Ελλάδα έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να κατασκευάσει περισσότερα φωτοβολταϊκά και αιολικά. Τώρα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να διαχειριστεί την ενέργεια που παράγει.

Το συμπέρασμα

Η ελληνική ενεργειακή ιστορία των τελευταίων πέντε ετών είναι ιστορία πραγματικής επιτυχίας. Οι ΑΠΕ αυξήθηκαν θεαματικά.Ο λιγνίτης κατέρρευσε. Το φυσικό αέριο διαφοροποιήθηκε. Η Ελλάδα άρχισε να εξάγει ρεύμα. Αλλά η επιτυχία αυτή έχει μια μεγάλη αδυναμία. Ο πολίτης δεν βλέπει ακόμη όλο το όφελος.

Ένα μεγάλο μέρος της πράσινης ενέργειας χάνεται επειδή δεν υπάρχει αρκετή αποθήκευση. Άλλα έργα περιμένουν σύνδεση στο δίκτυο. Οι λογαριασμοί παραμένουν υψηλοί. Και σχεδόν ένας στους πέντε Έλληνες δηλώνει ότι δεν μπορεί να ζεστάνει σωστά το σπίτι του.

Ο μέσος Έλληνας πληρώνει υπέρογκα σε φόρους και εισφορές σαν να είναι μέτοχος της επιχείρησης ενεργειακής μετάβασης της χώρας. Αντί όμως να παίρνει μέρισμα από αυτή του την επένδυση, φτάνει να πληρώνει το τελικό προϊόν δηλαδή το ρεύμα, πανάκριβα! Δεν έχει καμιά προστασία από την κυβερνητική πολιτική και πάντα πληρώνει αυτός τον λογαριασμό.

Γι' αυτό η επόμενη μεγάλη ενεργειακή μάχη δεν θα κριθεί από το πόσα ακόμη φωτοβολταϊκά θα εγκαταστήσουμε. Θα κριθεί από το αν μπορούμε να κάνουμε τέσσερα πράγματα: να αποθηκεύουμε, να μεταφέρουμε, να εξάγουμε και τελικά να φθηνύνουμε το ρεύμα. Αν το πετύχουμε, η Ελλάδα δεν θα έχει απλώς κάνει μια πράσινη μετάβαση. Θα έχει δημιουργήσει μια νέα ενεργειακή οικονομία.

Αν όχι, υπάρχει ο κίνδυνος να έχουμε το παράδοξο μιας χώρας που παράγει, και μπορεί να συνεχίσει να παράγει, άφθονο καθαρό ρεύμα, αλλά οι πολίτες της συνεχίζουν να πληρώνουν ακριβά για να το χρησιμοποιήσουν.

Και αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της επόμενης δεκαετίας, το οποίο για να κερδηθεί πρέπει να υπάρχει καθαρή στρατηγική αλλά και πολιτική βούληση που να σέβεται τον Έλληνα πολίτη και καταναλωτή.

 

Πηγές: The Green Tank · ΑΔΜΗΕ (IPTO) · ΔΕΣΦΑ (DESFA) · Eurostat · Ευρωπαϊκή Επιτροπή · ΔΑΠΕΕΠ · PV Magazine · ESS News · Grant Thornton · Balkan Green Energy News · Serbia Energy · Mordor Intelligence · MDPI Energies · MDPI Sustainability · Euronews · ProtoThema · Athens24 · TradingPedia · Selectra.gr · HELAPCO · ΕΛΕΤΑΕΝ.

* Ο Nicholas Havoutis διαθέτει πολυετή εμπειρία στην ηγεσία στρατηγικών χρηματοοικονομικών μονάδων, έχοντας διατελέσει στέλεχος της JPMorgan (Νέα Υόρκη), της Chase Manhattan Bank (Λονδίνο) και της Eurobank (Αθήνα). Παράλληλα, έχει σημαντική παρουσία στον χώρο των ΜΜΕ. Σήμερα, ως επικεφαλής της SoZone Limited, συμβουλεύει επιχειρήσεις και επενδυτές σε διεθνή ανάπτυξη, οργανική βελτιστοποίηση και στρατηγικές συγχωνεύσεων και εξαγορών.

 

 

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων