Ως συνήθως, κάποιες χώρες -οι αποκαλούμενες φειδωλές- δεν είδαν με καλό μάτι τις προτάσεις του Ντράγκι. Ανάμεσά τους η Γερμανία και η Δανία. Αυτές οι χώρες είναι εναντίον της αμοιβαιοποίησης του χρέους για κατανοητό λόγο.
Έχουν χαμηλό δημόσιο χρέος, χαρακτηρίζονται από δημοσιονομική πειθαρχία και έχουν υψηλή πιστοληπτική διαβάθμιση. Φοβούνται λοιπόν ότι θα κληθούν στο μέλλον να εξυπηρετήσουν ενδεχόμενη έκδοση κοινού χρέους με τις χώρες της ΕΕ που ιστορικά εμφανίζουν υψηλά ελλείμματα και χρέος, γιατί οι τελευταίες δεν θα μπορούν. Κοινώς, δεν θέλουν να επιβαρύνουν τους φορολογούμενούς τους.
Όμως, ο καιρός έχει γυρίσματα.
Η απειλή της επιβολής δασμών 10%-25% στις εξαγωγές αγαθών των χωρών που έστειλαν λίγους στρατιώτες στη Γροιλανδία αν δεν συναινέσουν στην απαίτηση του προέδρου Τραμπ, αλλάζει τα δεδομένα για τις «φειδωλές» χώρες.
Και αυτό γιατί διαπιστώνουν ότι οι ΗΠΑ μεταχειρίζονται τη Βορειοατλαντική συμμαχία ως διαπραγματεύσιμο συμβόλαιο, με τους δασμούς να αντικαθιστούν τη διπλωματία.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η Γερμανία, η Δανία και άλλες «φειδωλές» χώρες της ΕΕ ίσως αντιληφθούν ότι η χρηματοδότηση της άμυνας της ΕΕ μέσω της έκδοσης ευρωομολόγων έχει περισσότερα πλεονεκτήματα από μειονεκτήματα. Αφενός, ενισχύει την αυτονομία της ΕΕ ανεξάρτητα από τις διαθέσεις των ΗΠΑ και αφετέρου, ενισχύει περαιτέρω την ευρωπαϊκή στρατιωτική βιομηχανία.
Αν μάλιστα οι συνολικές εκδόσεις φτάσουν τα 2 τρισ. ευρώ σε διάστημα 10 ετών και τα ομόλογα μπουν σε διεθνείς δείκτες αναφοράς ομολόγων που χρησιμοποιούν θεσμικά χαρτοφυλάκια όπως προτείνει πρόσφατη μελέτη του Ινστιτούτου του Κιέλου, η ΕΕ θα μπορούσε να επιτύχει κάτι ακόμη. Τη δημιουργία μιας ρευστής, βαθιάς αγοράς ευρωπαϊκού χρέους που θα είχε θετική αντανάκλαση στο ευρώ ως αντίπαλο δέος του δολαρίου.
Φυσικά, το εγχείρημα δεν είναι τόσο απλό. Υπάρχουν και αρνητικά. Τα ευρωομόλογα θα επιβαρύνουν τον κοινοτικό προϋπολογισμό ή τον προϋπολογισμό των «πρόθυμων» χωρών που θα συμμετάσχουν. Θα μπορούσαν επίσης να αυξήσουν το κόστος δανεισμού των εμπλεκόμενων χωρών καθώς η προσφορά ομολόγων αυξάνεται. Φανταζόμαστε ότι η Ελλάδα θα ήταν μια από αυτές, παρότι δεν έχει σημαντική στρατιωτική βιομηχανία για να επωφεληθεί.
Αν ο πρόεδρος Τραμπ δεν αποκλιμακώσει τη ρητορική του στο θέμα της Γροιλανδίας, οι χώρες της ΕΕ δεν θα έχουν παρά να επιλέξουν μία από τις δύο επιλογές. Είτε να υποκύψουν στις απαιτήσεις του προέδρου Τραμπ είτε να αποκτήσουν αυτονομία και κυριαρχία. Η επιλογή του «ολίγον έγκυος» δεν υπάρχει.
Το θέμα είναι εξαιρετικά σοβαρό όχι μόνο για την ΕΕ αλλά για όλες τις περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Τουρκία και η Ν. Κορέα, οι οποίες παρακολουθούν. Αν οι αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας δεν έχουν αξία, τέτοιες δυνάμεις θα προχωρήσουν πιθανόν στο επόμενο βήμα. Την απόκτηση πυρηνικής αποτροπής. Δηλαδή πυρηνικών όπλων.
Ο κόσμος θα γίνει πιο επικίνδυνος και οι αγορές θα το αντιληφθούν και θα σταματήσουν να εφησυχάζουν. Ας ελπίσουμε ότι ο Τραμπ θα κλείσει γρήγορα το θέμα που άνοιξε με τη Γροιλανδία, βάζοντας τους Ευρωπαίους να πληρώσουν για την ασφάλεια των ΗΠΑ όπως ήταν οι σχετικές προβλέψεις. Διαφορετικά...