Εξωτερικές κρίσεις, όπως διεθνή χρηματοοικονομικά κράχ, υφέσεις, και πόλεμοι, έχουν συμβάλει σ’ αυτό. Όμως, ο κυριότερος λόγος είναι τα χρόνια δημοσιονομικά ελλείμματα που οδηγούν στη συσσώρευση μεγάλου δημοσίου χρέους το οποίο είναι δύσκολο να εξυπηρετηθεί με αποτέλεσμα την αθέτηση πληρωμών.
Τελευταία φορά που αυτό συνέβη ήταν το 2012 οπότε είχαμε την μεγαλύτερη αναδιάρθρωση κρατικού χρέους (PSI+) στη σύγχρονη ιστορία με «κούρεμα» των ομολογιούχων.
Είναι παράλογο να επαναλαμβάνει κάποιος-άτομο, φορέας ή κράτος- τα ίδια λάθη και να περιμένει διαφορετικό αποτέλεσμα όπως λέει μια ρήση που κάποιοι αποδίδουν στον Αλμπερτ Αινστάιν.
Αυτό είναι σωστό αλλά δυστυχώς βρίσκει εφαρμογή στη περίπτωση της Ελλάδας όπου το πολιτικό προσωπικό έχει διαχρονικά λίγο-πολύ την ίδια νοοτροπία με ελάχιστες εξαιρέσεις. Τα κόμματα εξουσίας κάνουν ότι μπορούν για να εκλεγούν και να πάρουν την εξουσία ενώ τα υπόλοιπα κόμματα σιγοντάρουν τις διεκδικήσεις κάθε επαγγελματικής ομάδας. Το αποτέλεσμα είναι μεγαλύτερα δημοσιονομικά ελλείμματα και δανεισμός που μεταφράζεται σε χρέος.
Το γεγονός ότι μειώνεται το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, τόσο σε απόλυτα νούμερα όσο και σε ποσοστό του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια, έχει απομακρύνει τα φώτα της δημοσιότητας από αυτό το θέμα. Όμως, το δημόσιο χρέος παραμένει πολύ υψηλό στο 145% του ΑΕΠ περίπου το 2025 και η χώρα ευάλωτη. Ιδιαίτερα, όσο το θεσμικό χρέος αντικαθίσταται με χρέος από τις αγορές.
Είναι αλήθεια ότι οι αγορές ομολόγων μπορούν να επιβάλλουν δημοσιονομική πειθαρχία, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού της Ελλάδας αν διαπιστώσουν ότι υπάρχει δημοσιονομική χαλαρότητα. Το ίδιο ισχύει για τους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας της ΕΕ. Κι αυτοί λειτουργούν ως κορσές σε υπερχρεωμένες χώρες όπως η Ελλάδα και άλλες με μεγάλα ελλείμματα με στόχο την φερεγγυότητα του χρέους.
Όμως, οι αγορές επιβάλλουν πειθαρχία μερικές φορές αργά και κάπως άγαρμπα. Επιπλέον, οι κανόνες της ΕΕ στο παρελθόν δεν απέτρεψαν ούτε την χρεοκοπία της Ελλάδας, ούτε κάποιες άλλες, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, να τους παραβιάσουν.
Επομένως, η ύπαρξη ενός συνταγματικά κατοχυρωμένου φρένου έχει νόημα γιατί αφενός θα λειτουργούσε προληπτικά και αφετέρου θα ήταν ελληνικής ιδιοκτησίας χωρίς επιβολή από το εξωτερικό. Προφανώς, θα το συνταγματικό φρένο θα λειτουργούσε επίσης υπέρ της ενίσχυσης της αξιοπιστίας της Ελλάδας στις κεφαλαιαγορές, μειώνοντας το κόστος δανεισμού για το κράτος και τις επιχειρήσεις και ευνοώντας την ανάπτυξη. Ακόμη, θα προστάτευε σε μεγάλο βαθμό από την εφαρμογή λαϊκίστικων πολιτικών.
Εξυπακούεται ότι θα πρέπει να προβλεφθούν εξαιρέσεις για φυσικές καταστροφές και οικονομικές κρίσεις. Το γερμανικό «φρένο χρέους» θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως παράδειγμα. Όμως, ο αντίστοιχος ελληνικός κανόνας να πρέπει να είναι τόσο περιοριστικός π.χ. το διαρθρωτικό έλλειμμα του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού να μην υπερβαίνει το 0,35% του ΑΕΠ.
Δεν αξίζει στην Ελλάδα και στους πολίτες της να ξαναζήσουν ακόμη μια χρεοκοπία. Το συνταγματικό φρένο ή κόφτης θα συνέβαλε αποφασιστικά στην αποτροπή ενός τέτοιου ενδεχομένου με την επιβολή κάποιας μορφής πειθαρχίας σ’ ένα πολιτικό προσωπικό που έχει αποδείξει διαχρονικά πως είναι δημοσιονομικά απείθαρχο μπροστά στις ψήφους.