Όμως, χώρες με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, όπως η Κίνα και τα Αραβικά Εμιράτα, αποδεικνύουν ότι αυτό δεν ισχύει πάντοτε.
Από την άλλη πλευρά, η σχεδόν κατάρρευση της παλιάς φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων την τελευταία 15ετία είναι συνδεδεμένη με την επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης και το έντονο δημογραφικό πρόβλημα.
Σύμφωνα με τον δείκτη V-Dem του Πανεπιστημίου του Γκέτεμποργκ, ο οποίος μετρά τη δημοκρατία παγκοσμίως, τα αυταρχικά καθεστώτα ήταν περισσότερα από τα δημοκρατικά το 2025 σε σχέση με το 1985.
Ο ίδιος δείκτης εμφανίζει ισχυρή συσχέτιση με τον ρυθμό ανάπτυξης του κατά κεφαλήν εισοδήματος διαχρονικά σε χώρες με υψηλό εισόδημα. Με άλλα λόγια, η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης φθείρει τους δημοκρατικούς θεσμούς και αυτό δείχνει πως είναι η νέα κανονικότητα.
Είναι το αντίστοιχο της νέας κατάστασης πραγμάτων στην οικονομία αντί της γεωπολιτικής για την οποία μίλησε ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ στο Νταβός.
Είναι επίσης εύκολα εξηγήσιμη και κατανοητή καθώς η οικονομική πίτα δεν μεγαλώνει γρήγορα και η προσπάθεια που κάνει κάθε ομάδα για να εξασφαλίσει μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας φέρνει προστριβές αντί για συνεργασία.
Το οξύ δημογραφικό πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζουν αρκετές Δυτικές χώρες συμβάλλει στην επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης. Τόσο γιατί δεν υπάρχουν αρκετά εργατικά χέρια όσο και γιατί οι πιο ηλικιωμένοι εργαζόμενοι δεν είναι τόσο καινοτόμοι όσο οι νεότεροι.
Το αποτέλεσμα είναι να δαπανούν οι Δυτικές χώρες ολοένα και μεγαλύτερα ποσά για τους ηλικιωμένους άνω των 65 ετών σε συντάξεις, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κ.λπ., επιβαρύνοντας τα δημόσια οικονομικά. Μάλιστα, οποιαδήποτε προσπάθεια εξορθολογισμού βρίσκει συνήθως απέναντι τα κόμματα της αριστεράς και της δεξιάς, με αποτέλεσμα να μη γίνεται τίποτα. Για να περιορισθούν τα ελλείμματα, τα κράτη περιορίζουν άλλες δαπάνες όπως οι δημόσιες επενδύσεις ως προς το ΑΕΠ, με κατάληξη πιο αδύνατο ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας και τη δημιουργία ενός φαύλου κύκλου.
Η Ελλάδα δεν είναι η εξαίρεση παρά το γεγονός ότι η οικονομία της αναπτύσσεται με ταχύτερο ρυθμό από τον μέσο όρο της ευρωζώνης τα τελευταία χρόνια. Σε σημαντικό βαθμό χάρη στα κοινοτικά κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης, τα οποία όμως έχουν ημερομηνία λήξης. Αντίθετα, θα έλεγε κάποιος πως είναι από τις πιο ευάλωτες.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, σχεδόν ένας στους 4 Έλληνες είναι άνω των 65 ετών και είναι το 3ο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ. Ακόμη, σε κάθε συνταξιούχο αντιστοιχούν μόλις 1,65 εργαζόμενοι ενώ η αναλογία μειώνεται συνεχώς και εκτιμάται ότι θα πέσει στο 1,23 το 2050.
Επιπλέον, η Ελλάδα είναι αρκετά πίσω στην ψηφιακή οικονομία παρά την πρόοδο και ακόμη πιο πίσω στην υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ). Η τελευταία θα μπορούσε να δώσει μεν λύσεις αλλά θα επιδείνωνε τις ανισότητες, υποσκάπτοντας την πίστη στους δημοκρατικούς θεσμούς, προειδοποιούν αναλυτές.
Αν λοιπόν, όπως πολλοί θεωρούν πιθανό, η ελληνική οικονομία επιστρέψει στον μέσο μακροχρόνιο ρυθμό ανάπτυξης, 1%-1,4%, τα επόμενα χρόνια, οι προστριβές μεταξύ ομάδων και κομμάτων θα αυξηθούν και τα αντικρουόμενα συμφέροντα θα συγκρουσθούν, καθιστώντας τη συνεννόησή τους πιο δύσκολη υπόθεση. Σ’ ένα τέτοιο σκηνικό, το «αντισυστημικό» κύμα θα μπορούσε να αποκτήσει ορμή, αδιαφορώντας για τους θεσμούς.
Επειδή η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να έχει υψηλό δημόσιο χρέος και οι δαπάνες για τους ηλικιωμένους θα συνεχίσουν να αυξάνονται τα επόμενα χρόνια, η δημοσιονομική πειθαρχία είναι εκ των ων ουκ άνευ.
Δυστυχώς, η νέα κανονικότητα για την Ελλάδα και άλλες γερασμένες χώρες της ΕΕ δεν είναι ευχάριστη, καθώς παραπέμπει σε παρακμή.