Όπως λοιπόν πληροφορείται η στήλη, το ίδιο θα επαναληφθεί φέτος. Για την ακρίβεια σε λίγες μέρες καθώς η Eurostat θα ανακοινώσει τις δημοσιονομικές επιδόσεις κάθε χώρας-μέλους στις 22 Απριλίου.
Σημειώνουμε ότι η Τράπεζα της Ελλάδας αναθεώρησε ανοδικά την εκτίμησή της για το πρωτογενές πλεόνασμα στο 4,4% του ΑΕΠ το 2025. Η εκτίμηση στον φετινό κρατικό προϋπολογισμό είναι 3,8% του ΑΕΠ και 2,8% το 2026.
Όμως, η δική μας εικόνα είναι πως το πρωτογενές πλεόνασμα κυμάνθηκε τελικά μεταξύ 4,8% και 5% του ΑΕΠ το 2025 και κατέληξε κοντά στα 12 δισ. ευρώ σε απόλυτα νούμερα.
Για την ιστορία θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στις 7 Οκτωβρίου του περασμένου χρόνου, η στήλη είχε δημοσιεύσει ένα άρθρο με τίτλο «Σούπερ πρωτογενές πλεόνασμα (και) το 2025».
Γράφαμε τότε: «Πριν από ένα μήνα περίπου, η στήλη είχε αναφέρει ότι το φετινό πρωτογενές πλεόνασμα θα ανέλθει σε 10 δισ. ευρώ και ίσως τα ξεπεράσει, με βάση τις πηγές της.
Σήμερα, η στήλη είναι υποχρεωμένη να αναθεωρήσει ανοδικά την εκτίμηση για το πρωτογενές πλεόνασμα το 2025, με βάση τις πληροφορίες που έχει. Η νέα εκτίμηση θέλει το πρωτογενές πλεόνασμα να κυμαίνεται μεταξύ 12 και 14 δισ. ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε 4,8% με 5,6% του ΑΕΠ. Εξυπακούεται ότι αυτή η εξέλιξη αυξάνει περαιτέρω το πλεόνασμα του προϋπολογισμού και μειώνει τον λόγο χρέους προς το ΑΕΠ.
….Αναμένουμε ότι θα αναθεωρήσουν εκ νέου ανοδικά τις εκτιμήσεις τους για το πρωτογενές πλεόνασμα τον Νοέμβριο, όταν καταθέσουν τον προϋπολογισμό του 2026 στη Βουλή. Μέχρι τότε…»
Πράγματι, το οικονομικό επιτελείο αναθεώρησε ανοδικά την εκτίμηση για το πλεόνασμα του 2025 στον προϋπολογισμό της επόμενης χρονιάς. Όμως, εκείνη τη μέρα λάβαμε επίσης ένα επικριτικό μήνυμα από υψηλόβαθμο κυβερνητικό στέλεχος για το άρθρο με την επισήμανση ότι «είναι απαράδεκτα» αυτά που έγραφε η στήλη. Η απάντηση μας ήταν ότι θα δούμε αν όντως είναι έτσι τον Απρίλιο του 2026 όταν η Eurostat δημοσιεύσει τα επίσημα στοιχεία.
Η στιγμή πλησιάζει και η στήλη αισθάνεται αρκετά σίγουρη σήμερα ότι η Eurostat θα την δικαιώσει.
Όμως, το πιο σημαντικό για μια υπερχρεωμένη χώρα, όπως η Ελλάδα, είναι να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα. Μ’ αυτό τον τρόπο υπερκαλύπτει τις ετήσιες δαπάνες των τόκων για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους και προπληρώνει μέρους του χρέους της, αν είναι εφικτό, επιταχύνοντας την μείωσή του σε απόλυτα νούμερα και προς το ΑΕΠ.
Το ζήτημα είναι οικονομικό και ηθικό. Είναι οικονομικό γιατί απομακρύνει την προοπτική ενός νέου μνημονιακού επεισοδίου και μειώνει το δημόσιο χρέος το οποίο υπονομεύει τις μελλοντικές αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας. Είναι επίσης ηθικό ζήτημα γιατί οι γενιές που δημιούργησαν το χρέος οφείλουν να το παραδώσουν όσο το δυνατόν μικρότερο στις νεότερες που θα κληθούν να το αποπληρώσουν.
Από την άλλη πλευρά, οφείλει κάποιος να επισημάνει ότι οι στόχοι είναι στόχοι. Τους βάζουμε γιατί θεωρούμε ότι πρέπει και μπορούν να επιτευχθούν. Φυσικά, τίποτε δεν είναι γραμμένο σε πέτρα. Τα δεδομένα ενίοτε αλλάζουν και όταν αλλάζουν είναι εύλογο να υπάρχουν αποκλίσεις μεταξύ του δημοσιονομικού αποτελέσματος και του στόχου. Όταν όμως υπάρχουν συστηματικά τόσο μεγάλες αποκλίσεις στο δημοσιονομικό σχεδιασμό, κάτι θα πρέπει να αλλάξει. Τουλάχιστον, έχουμε υπέρβαση και όχι υποαπόδοση που θα έβαζε την χώρα σε μπελάδες.
Εκτός κι αν οι μεγάλες υπερβάσεις του προϋπολογισμού θεωρούνται επιθυμητές όχι μόνο για την καλή μαρτυρία έναντι των αγορών που μας δανείζουν αλλά και για το μοίρασμα επιδομάτων στην εκλογική πελατεία.
Κοντολογίς, η Ελλάδα εμφανίζεται να έχει υπερβεί τον αναθεωρημένο ανοδικά δημοσιονομικό στόχο που είχε βάλει για το 2025 με το πρωτογενές πλεόνασμα να διαμορφώνεται μεταξύ 4,8% και 5% του ΑΕΠ με βάση την εικόνα που έχουμε και κοντά στα 12 δισ. ευρώ σε απόλυτα. Είναι καλό νέο παρότι δεν θα μας εξέπληττε αν γινόταν αφορμή για να νέες πολιτικές κοκορομαχίες.