Στο δεύτερο μέτωπο η Ελλάδα τα πάει εξαιρετικά. Χθες, παρουσιάζοντας τον απολογισμό του ΟΔΔΗΧ για το 2025 στο υπουργικό συμβούλιο, ο ΥΠΕΘΟ κ. Πιερρακάκης αναφέρθηκε στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά περίπου 63 ποσοστιαίες μονάδες από το 2020 και στις χαμηλές ετήσιες χρηματοδοτικές ίσες με 5,4% του ΑΕΠ, εκτός των άλλων.
Στα διεθνή ΜΜΕ, έχει γίνει πλέον κοινός τόπος αυτό που ήταν περισσότερο επιθυμία των κυβερνώντων πέρυσι. Η Ελλάδα δεν θα είναι η πιο υπερχρεωμένη χώρα στην ευρωζώνη στο τέλος του 2026 καθώς αναμένεται να μειώσει τον λόγο χρέους προς το ΑΕΠ κάτω από το ιταλικό, σύμφωνα με τις συγκλίνουσες εκτιμήσεις της αγοράς. Χονδρικά, στο 136%-137% του ΑΕΠ, έναντι 138%+ της Ιταλίας.
Αυτό δεν είναι μικρό πράγμα για μια χώρα που πρακτικά χρεοκόπησε για 5η φορά στη νεότερη ιστορία της, πριν από 14 χρόνια περίπου. Η αναγκαστική αναδιάρθρωση του χρέους (PSI) το 2012 συνιστά πρακτικά χρεοκοπία.
Η προηγούμενη κύρια πτώχευση ανάγεται στο 1932, όταν η κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου αναγκάστηκε να κηρύξει στάση πληρωμών ως απόρροια του χρηματιστηριακού κραχ του 1929 και της βαθιάς ύφεσης που ακολούθησε. Μερικοί θεωρούν ότι η χώρα χρεοκόπησε επίσης στην Κατοχή.
Η Ελλάδα είχε χρεοκοπήσει επίσης το 1893, όταν ο Χαρίλαος Τρικούπης αναφώνησε το γνωστό «Δυστυχώς επτωχεύσαμε». Ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος που επιβλήθηκε λίγα χρόνια μετά τερματίστηκε το 1978.
Οι δύο προηγούμενες χρεοκοπίες του 1843 και του 1827 συνδέονται με το δάνειο των 60 εκατ. γαλλικών φράγκων που έδωσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις στον βασιλιά Όθωνα και τα δύο δάνεια της Ανεξαρτησίας, συνολικού ύψους 1,9 εκατ. στερλινών, του 1823-1824. Από τα τελευταία, μόλις 200.000 στερλίνες έφθασαν στην Ελλάδα.
Το παρελθόν είναι χρήσιμο για την εξαγωγή συμπερασμάτων αλλά το βασικότερο είναι τι γίνεται από εδώ και πέρα. Η Ελλάδα εμφανίζεται να έχει μια ακόμη καβάντζα στην προσπάθεια που κάνει να μειώσει το χρέος της μεσοπρόθεσμα. Τα 30ετή δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης (ΤΑΑ) εκτιμώμενου ύψους 17-18 δισ. ευρώ, τα οποία καταγράφονται στο δημόσιο χρέος χωρίς όμως πρόβλεψη για την αποπληρωμή τους μέχρι στιγμής. Αν τα δάνεια αποπληρώνονταν σταδιακά, θα μειωνόταν ανάλογα το χρέος. Αν κάποιοι αδυνατούσαν να τα αποπληρώσουν, το χρέος θα επιβαρυνόταν.
Σημειωτέον ότι τα δάνεια του ΤΑΑ που δίνονται σε ιδιώτες είναι 10ετούς διάρκειας με 3ετή περίοδο χάριτος. Αυτό σημαίνει ότι θα μπορούσαν να μοχλευθούν τρεις φορές πριν το Δημόσιο τα εξοφλήσει.
Επιπλέον, η Ελλάδα έχει την ευλυγισία να μπορεί να αποπληρώνει χρέος από το «μαξιλάρι» ρευστότητας το οποίο διαθέτει και το οποίο κυμαίνεται μεταξύ 30 και 40 δισ. ευρώ τα τελευταία χρόνια. Από πίσω «κρύβονται» αφενός ο αυστηρός έλεγχος των αποκαλούμενων καθαρών πρωτογενών δαπανών που επιβάλλει το Σύμφωνο Σταθερότητας και αφετέρου τα αυξημένα κρατικά έσοδα. Η αύξηση των τελευταίων οφείλεται στον ονομαστικό ρυθμό ανάπτυξης (πραγματικός + πληθωρισμός) και στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Αυτό δεν αναμένεται να αλλάξει ούτε φέτος ούτε το 2027.
Επομένως, είναι ρεαλιστικό να περιμένει κάποιος πως το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης προς το ΑΕΠ θα διαμορφωθεί στο 136,5%-137,2% φέτος και 129%-132% το 2027. Η κυβέρνηση προσδοκά ότι θα πέσει στο 118%-119% το 2030, με τη βοήθεια μέρους του «μαξιλαριού» για αποπληρωμές δανείων. Αν όμως βρεθεί στο 130% το 2027, τότε το πιθανότερο είναι να υποχωρήσει στο 110%-115% το 2030.
Με δεδομένο ότι το χρέος της Γαλλίας εκτιμάται μεταξύ 118,4% και 129,4% το 2030 από το ΔΝΤ, του Βελγίου στο 109,2% και της Ισπανίας στο 98,2% του ΑΕΠ, η Ελλάδα έχει σημαντικές πιθανότητες να δει τον λόγο χρέους προς το ΑΕΠ της κάτω από εκείνο της Γαλλίας πριν από το 2030, υπό ρεαλιστικές προϋποθέσεις.
Επιπλέον, έχει κάποιες, σαφώς λιγότερες, πιθανότητες να μειώσει το χρέος της πιο κάτω και από του Βελγίου μέχρι το 2030.
Δεν είναι λίγο για την πιο υπερχρεωμένη χώρα της ευρωζώνης και της ΕΕ εδώ και πολλά χρόνια.