Τι συνέβη; Περίπου 70 λεπτά πριν το Axios δημοσιεύσει την πληροφορία ότι ΗΠΑ και Ιράν βρίσκονται κοντά σε συμφωνία για μνημόνιο 1 σελίδας για το τέλος του πολέμου στο Ιράν, κάποιος ή κάποιοι «σόρταραν» 10.000 συμβόλαια futures ονομαστικής αξίας 920 εκατ. δολαρίων.
Με την είδηση, η τιμή του πετρελαίου έχασε 12% και θεωρητικά το κλείσιμο της ανοικτής θέσης πώλησης μπορούσε να αποφέρει κέρδη άνω των 100 εκατ. δολαρίων, σύμφωνα με το The Kobeissi Letter.
Λίγο αργότερα, το Ιράν ανακοίνωσε τη δημιουργία οργανισμού για τον έλεγχο των διελεύσεων στο Στενό του Ορμούζ.
Δεν είναι ασφαλώς η πρώτη φορά που διαπιστώνεται ότι κάποιος ή κάποιοι βάζουν μεγάλα στοιχήματα για την κατεύθυνση της τιμής του πετρελαίου λίγη ώρα πριν γίνουν γνωστές σημαντικές εξελίξεις για τον πόλεμο στο Ιράν.
Αξιζει να σημειωθεί ότι λίγη ώρα αργότερα ήταν η σειρά του Ιράν να ανακοινώσει τη δημιουργία του νέου οργανισμού για τον έλεγχο των διελεύσεων από το Στενό του Ορμούζ, με αποτέλεσμα να ανέβει η τιμή του πετρελαίου. Δεν θα μας εξέπληττε αν κάποιοι άλλοι πόνταραν σε άνοδο πριν από την ανακοίνωση του Ιράν.
Αυτά τα περιστατικά λένε πολλά αλλά δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα: Γιατί οι χρηματιστηριακές αγορές και κυρίως οι αμερικανικές αγνοούν σχεδόν το πετρέλαιο από τις αρχές Απριλίου και τις συνέπειές του στην παγκόσμια οικονομία;
Αν μη τι άλλο, το πετρέλαιο δεν είναι μόνο ενέργεια. Επηρεάζει επίσης τις καλλιέργειες και τα τρόφιμα μέσω των λιπασμάτων, τα ναύλα και γενικότερα την κοινωνική σταθερότητα και επισιτιστική ασφάλεια παγκοσμίως.
Ας μην ξεχνάμε πως από ένα βαρέλι πετρέλαιο ή 159 λίτρα, το 42% γίνεται βενζίνη, το 27% ντίζελ, το 10% κηροζίνη, το 4% υγραέριο, το 7% νέφτι, το 5% μαζούτ, το 2% λιπαντικά και κεριά και το 3% άσφαλτος.
Μια απάντηση στο ερώτημα γιατί οι αγορές έχουν σε σημαντικό βαθμό αγνοήσει το πετρέλαιο από τις αρχές Απριλίου σχετίζεται με τα κέρδη των εισηγμένων επιχειρήσεων το 1ο τρίμηνο του 2026. Από τη στιγμή που πολλές εταιρείες ξεπέρασαν τις συγκλίνουσες εκτιμήσεις της αγοράς για τα κέρδη τους, οι μετοχές τους επωφελούνται. Αν μη τι άλλο, οι τιμές προεξοφλούν τα μελλοντικά εταιρικά κέρδη.
Άλλοι που κοιτάζουν την κατάσταση από μακροοικονομική σκοπιά έχουν μια άλλη απάντηση. Τη μεγάλη πτώση της έντασης πετρελαίου (oil intensity) στις Δυτικές χώρες, δηλ. του πετρελαίου που απαιτείται για την παραγωγή του ΑΕΠ (Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος), αν και υπάρχουν διαφορές από χώρα σε χώρα.
Με άλλα λόγια, οι οικονομίες απαιτούν πολύ λιγότερο πετρέλαιο σήμερα για να παράγουν ΑΕΠ σε σχέση με δεκαετίες πριν. Πιο συγκεκριμένα, το 1965, απαιτούνταν 5,3 βαρέλια πετρελαίου για να παραχθεί ΑΕΠ αξίας 1.000 δολαρίων. Αυτό έπεσε στο 1 βαρέλι το 1990 και βρέθηκε στο 0,3 βαρέλια το 2024, σύμφωνα με The BerbNest. Με άλλα λόγια, η οικονομία έχει γίνει 94% πιο αποτελεσματική στη χρήση του πετρελαίου σε σχέση με 60+ χρόνια πριν.
Αυτό οφείλεται, σε κάποιο βαθμό, στη στροφή των οικονομιών προς τις υπηρεσίες και την τεχνολογία.
Όμως, η μείωση της έντασης δεν σημαίνει μείωση της εξάρτησης των οικονομιών από το πετρέλαιο. Η κατανάλωση πετρελαίου έχει αυξηθεί στα 102 εκατ. βαρέλια ημερησίως από 32 εκατ. βαρέλια το 1965. Επιπλέον, η τιμή του αργού έχει πάει σήμερα κοντά στα 100 δολάρια από 1,80-3 δολάρια το 1965.
Αν συνυπολογίσουμε τη μείωση της έντασης πετρελαίου, τη σημαντική αύξηση της κατανάλωσης και της τιμής του πετρελαίου, η εικόνα δεν είναι τόσο ξεκάθαρη.
Επομένως, οι αγορές ίσως δεν έχουν λάβει υπόψη τους τις πραγματικές μακροοικονομικές επιπτώσεις από τη μεγαλύτερη διατάραξη της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου από τη δεκαετία του 1970, κοιτάζοντας μόνο την ένταση πετρελαίου.
Ο χρόνος θα δείξει.