Υπενθυμίζεται ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας έκλεισε κοντά στο 146% του ΑΕΠ το 2025 και αναμένεται να υποχωρήσει στο 137% περίπου φέτος. Αντίθετα, το δημόσιο χρέος της Ιταλίας εκτιμάται ότι θα αυξηθεί στο 138%-139% του ΑΕΠ το 2026 από 137,1% την προηγούμενη χρονιά. Αν οι εκτιμήσεις επιβεβαιωθούν, η Ιταλία θα πάρει την θέση της Ελλάδας ως η πιο υπερχρεωμένη στην ΕΕ.
Στη τρίτη θέση βρίσκεται η Γαλλία, της οποίας το δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα σκαρφαλώσει στο 117-118% του ΑΕΠ φέτος από 115,6% το 2025.
Αν όμως ρίξουμε μια ματιά στα χρέη των νοικοκυριών, δηλ. τα στεγαστικά και τα καταναλωτικά δάνεια τους, θα διαπιστώσουμε ότι τα νοικοκυριά στην Ελλάδα και την Ιταλία είναι συγκριτικά λιγότερο υπερχρεωμένα. Με άλλα λόγια, οι χώρες με το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος στην ΕΕ έχουν χαμηλότερο ιδιωτικό χρέος.
Ένας τρόπος για να το διαπιστώσει κάποιος αυτό είναι να συγκρίνει το χρέος των νοικοκυριών κάθε χώρας προς το ΑΕΠ. Πιο κάτω μπορείτε να δείτε τον σχετικό πίνακα ο οποίος δείχνει ότι το ιδιωτικό χρέος των νοικοκυριών προς το ΑΕΠ στην Ελλάδα και στην Ιταλία ήταν 38,2% και 35,9% αντίστοιχα έναντι 50,6% κατά μέσο όρο στην ευρωζώνη.
Μάλιστα, ήταν 59,9% στη Γαλλία, 49,1% του ΑΕΠ στη Γερμανία και 93,8% στην αυστηρή Ολλανδία.
Ένας άλλος τρόπος σύγκρισης είναι με βάση το ιδιωτικό χρέος των νοικοκυριών προς το διαθέσιμο εισόδημα τους ανα χώρα. Το τελευταίο αναφέρεται στα χρήματα που μένουν για κατανάλωση ή/και αποταμίευση. Όμως, το συμπέρασμα δεν αλλάζει αν και το διαθέσιμο εισόδημα σε χώρες, όπως η Ελλάδα, που πέρασε από μεγάλη οικονομική κρίση είναι μικρότερο.
Πιο συγκεκριμένα, το ιδιωτικό χρέος των ελληνικών νοικοκυριών αντιστοιχούσε σε 58,18% του διαθέσιμου εισοδήματος το 2024 (τελευταία διαθέσιμη χρονιά) από 83% το 2020. Με άλλα λόγια, είναι πιθανό να καταγράφηκε νέα πτώση το 2025. Το αντίστοιχο ιταλικό βρισκόταν στο 55,3% το 2024 έναντι 64% το 2020, δηλαδή υποχωρούσε πολύ πιο αργά σε σχέση με το ελληνικό. Το ιδιωτικό χρέος των γερμανικών νοικοκυριών ήταν στο 75% του διαθέσιμου εισοδήματος και πολύ υψηλότερο στο 181% των ολλανδικών νοικοκυριών με βάση τα στοιχεία της Eurostat.
Το συγκριτικά χαμηλότερο χρέος των ελληνικών νοικοκυριών δεν είναι τυχαίο. Είναι εν μέρει και κυρίως απόρροια της οικονομικής κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας και της απομόχλευσης που υπήρξε. Ως γνωστόν, οι τράπεζες, έχοντας καεί στο χυλό, έκλεισαν σε μεγάλο βαθμό τις κάνουλες, αυστηροποιώντας τα κριτήρια χορήγησης νέων δανείων.
Επιπλέον, ήταν απόρροια της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών εκείνη την περίοδο που δεν επέτρεπε ανοίγματα καθώς οι μνήμες της κρίσης ήταν ακόμη νωπές και αρκετοί απέφευγαν να πάρουν νέο δάνειο, φοβούμενοι για τις θέσεις εργασίας τους. Μερικοί ισχυρίζονται ότι οι δείκτες ιδιωτικού χρέους προς το ΑΕΠ ή προς το διαθέσιμο εισόδημα υποχωρούν επίσης γιατί ένα μέρος του παλαιού ληξιπρόθεσμου χρέους τους διαγράφτηκε ή μεταβιβάστηκε στους servicers με αποτέλεσμα να μην εμφανίζεται.
Όποιοι κι αν είναι οι λόγοι, το αποτέλεσμα μετράει. Κι αυτό δείχνει ότι οι χώρες με το μεγαλύτερο λόγο δημοσίου χρέους στην ΕΕ έχουν λιγότερο χρεωμένα νοικοκυριά σε σχέση με τις πιο φειδωλές χώρες.