Όταν νοικοκυριά και επιχειρήσεις ξοδεύουν, συνήθως οι οικονομίες αναπτύσσονται. Το ίδιο συμβαίνει σήμερα. Όμως, υπάρχει κίνδυνος αυτή η οικονομική ώθηση να μετατραπεί σε πρόβλημα, αν π.χ. οι καταναλωτές δεν αγοράσουν τα προϊόντα που οι εταιρείες «στοκάρουν».
Προς το παρόν, η αγορά προσπερνάει όλα αυτά και στέκεται στην εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν που συνοδεύθηκε από αποκλιμάκωση της τιμής του πετρελαίου και στο αφήγημα της ΑΙ για τις μεγάλες, θετικές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα.
Την ίδια στιγμή, άλλοι ανησυχούν γιατί συγκρίνουν τα χαρακτηριστικά της σημερινής χρηματιστηριακής αγοράς με άλλες του παρελθόντος που χαρακτηρίστηκαν φούσκες και βρίσκουν όχι μόνο ομοιότητες αλλά και υπερβάσεις. Ένας από αυτούς είναι ο Εμανουέλ Φερί στον οποίο ανήκει ο παρακάτω πίνακας.
Όπως μπορείτε να δείτε, ο κ. Φερί συγκρίνει διάφορους αριθμοδείκτες της αμερικανικής χρηματιστηριακής αγοράς του Μαΐου 2026 με τους αντίστοιχους το 1929, το 2000 και το 2008. Δηλαδή τις χρονικές στιγμές που έχουν μείνει στην ιστορία ως φούσκες.
Η αποτίμηση της σημερινής αγοράς με βάση τον πολλαπλασιαστή κερδών Ρ/Ε (Shiller CAPE) είναι η δεύτερη πιο ακριβή μετά από εκείνη της φούσκας των dot com το 2000. Ακόμη, ο δείκτης Μπάφετ, δηλαδή η κεφαλαιοποίηση της αγοράς προς το ΑΕΠ, είναι στο 232% και δεν ήταν ποτέ μεγαλύτερη.
Επιπλέον, ο βαθμός συγκέντρωσης της αγοράς, όπως μετριέται από την κεφαλαιοποίηση των 10 μεγαλύτερων εταιρειών προς το σύνολο, βρίσκεται στο 40% έναντι 24%-28% το 1929 και 20%-25% το 2000. Η παραδοσιακή μόχλευση (δανεισμός για αγορές μετοχών προς το ΑΕΠ) βρίσκεται στο 4,1% και είναι σχεδόν η μισή σε σύγκριση με 8,1% το 1929. Όμως, σήμερα το ρίσκο έχει πάει στον σκιώδη χρηματοοικονομικό τομέα, όπως ιδιωτικό credit, CLO κ.λπ.
Η ΑΙ υποστηρίζει το ράλι αλλά αποτελεί ταυτόχρονα μεγάλο ρίσκο. Κι αυτό γιατί ναι μεν οι σημερινές εταιρείες έχουν ταμειακές ροές και κέρδη σε αντίθεση με τις αντίστοιχες των dot.com, όμως, το μέγεθος των επενδύσεων είναι τόσο μεγάλο που δημιουργεί τον κίνδυνο της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας και της πτώσης των αποδόσεων μελλοντικά.
Αν το 1929 ήταν η φούσκα της μόχλευσης, το 2000 ήταν η φούσκα των αποτιμήσεων και το 2008 ήταν η φούσκα των πιστώσεων, το 2026 μοιάζει σαν τη φούσκα της συγκέντρωσης σε λίγες εταιρείες, σύμφωνα με τον ίδιο.
Όμως, όλη η συλλογιστική του βασίζεται στην υπόθεση ότι το υπόβαθρο που μετρούν οι ανωτέρω αριθμοδείκτες δεν έχει αλλάξει, οπότε η σύγκριση δεν έχει βάση και επομένως το συμπέρασμα περί φούσκας ίσως δεν στέκει. Με άλλα λόγια, η υψηλή συγκέντρωση δεν είναι το πρόβλημα αλλά η υπογραφή της νέας κατάστασης.
Μπορεί αυτή τη φορά να είναι διαφορετικά;