Σύμφωνα με τον ίδιο, οι εταιρείες ΑΙ θα δαπανήσουν 800 δισ. δολάρια σε κεφαλαιακές επενδύσεις μόνο φέτος. Όμως, μόνο το 1% των εκτελεστικών στελεχών τους παγκοσμίως αναφέρουν αξιοσημείωτη απόδοση επί των ΑΙ επενδύσεών τους (ROI).
Μέχρι το 2030, η βιομηχανία χρειάζεται έσοδα 2 τρισ. δολαρίων για να δικαιολογήσει ό,τι χτίζεται σήμερα αλλά η Bain εκτιμά ότι θα πέσει έξω κατά 800 δισ. δολάρια, τόνισε ο Dalio.
Προς το παρόν, οι επενδυτές ανταμείβουν τις εταιρείες που απολύουν υπαλλήλους τους λόγω ΑΙ καθώς θεωρείται απόδειξη της τεχνολογικής προόδου, με αντάλλαγμα μια θεωρητικά δραματική αύξηση της παραγωγικότητας στο μέλλον. Αυτό μπορεί να γίνει λογιστικά άμεσα στις οικονομικές καταστάσεις των επιχειρήσεων, αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο με την επιβεβαίωση της αύξησης της παραγωγικότητας μέσω εξωτερικής μέτρησης.
Μερικές φορές οι απολύσεις επιτρέπουν στην εταιρεία να εμφανίσει καλά οικονομικά αποτελέσματα βραχυπρόθεσμα, καμουφλάροντας τα προβλήματα που έχει αλλού. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να είναι μέρος της διαδικασίας τεχνολογικής αναδιάρθρωσης της εταιρείας.
Μάλιστα, η ιστορία των μεγάλων τεχνολογικών αλλαγών δείχνει ότι η αύξηση των απολύσεων δεν συνδέεται αυτόματα με την αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία μεταφράζεται σε αύξηση της παραγωγής. Η επανάσταση των σιδηροδρόμων αύξησε κατακόρυφα τις μεταφορές ανθρώπων και προϊόντων. Τα μηχανήματα έκαναν το ίδιο με τη βιομηχανική παραγωγή. Το διαδίκτυο δημιούργησε νέες αγορές και μείωσε τα κόστη διανομής.
O Dalio, όπως και άλλοι, δεν αμφισβητούν την τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ) ως τεχνολογία. Αμφισβητούν τα οικονομικά πίσω από την ΑΙ, επισημαίνοντας ότι κάθε φούσκα στην ιστορία είχε λίγο-πολύ το ίδιο τέλος.
Συνήθως, τέτοια αφηγήματα οδηγούν ενίοτε σε χρηματιστηριακές παγίδες από τις οποίες παίρνει χρόνια ή δεκαετίες στους επενδυτές για να βγουν. Η πιο χαρακτηριστική είναι των dot com το 2000. Στα διαγράμματα πιο κάτω, απεικονίζεται η συμπεριφορά των μετοχών τεσσάρων εταιρειών οι οποίες επέζησαν της «σφαγής». Της Cisco, της Qualcomm, της Amazon και της Nvidia από την εισαγωγή τους στη Γουόλ Στριτ μέχρι σήμερα.
Χρειάστηκαν να περάσουν 25 χρόνια από τον Μάρτιο του 2000, όταν η μετοχή της Cisco έπιασε το ιστορικό υψηλό της, για να επανέλθει στο ίδιο επίπεδο. Κάπου 20 χρόνια πήρε στη μετοχή της Qualcomm για να ανακάμψει από τον Δεκέμβριο του 1999 και 10 χρόνια στη μετοχή της Amazon από τον Δεκέμβριο του 1999. Ακόμη και η μετοχή της Nvidia, η οποία έπιασε κορυφή τον Δεκέμβριο του 2001, χρειάστηκε 5 χρόνια μέχρι το 2006 για να ανακάμψει.
Προφανώς, ο χρόνος της ανάκαμψης συνδέεται με την τιμή στην οποία αγοράστηκαν οι μετοχές. Ακόμη κι αν κάποιος επέλεξε τη σωστή τεχνολογία και εταιρεία, π.χ. Amazon, Nvidia, θα χρειαστεί πολύ καιρό για να έλθει στα ίσια του, αν η τιμή αγοράς ήταν υψηλή και η αποτίμηση λάθος. Αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν υπάρχει ευφορία και χρηματιστηριακή φούσκα. Ο επενδυτής νομίζει ότι η μετοχή είναι ευκαιρία, γιατί πιστεύει ότι θα συνεχίσει να ανεβαίνει. Όμως, ανακαλύπτει αργότερα ότι δεν είναι έτσι.