Μας έφερε στο νού τους Πολωνούς οι οποίοι ήλθαν στη χώρα μας για να δουλέψουν την δεκαετία του 1990 και στις αρχές της 1ης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Οι περισσότεροι από αυτούς επέστρεψαν στη πατρίδα τους πριν και μετά το 2004 όταν η Πολωνία έγινε μέλος της ΕΕ.
Ο πανηγυρικός τίτλος αφορούσε την θέση της Πολωνίας στη κατάταξη της ΕΕ για το 2025 με κριτήριο την πραγματική ατομική κατανάλωση (AIC) προσαρμοσμένη για τις διαφορές στο επίπεδο τιμών. Η τελευταία υπολογίζει την αξία όλων των αγαθών και των υπηρεσιών που καταναλώνονται άμεσα από τα νοικοκυριά καθώς κι εκείνα που προμηθεύονται από την κυβέρνηση, όπως η εκπαίδευση και η υγεία, και τις ΜΚΟ.
Οι Πολωνοί πανηγύριζαν γιατί πήγαν από το 85% το 2024 στο 88% του μέσου όρου της ΕΕ το 2025, καταλαμβάνοντας την 14η θέση στην ΕΕ των 28 και προσπερνώντας την Πορτογαλία, την Ρουμανία, την Σλοβενία και την Λιθουανία. Το 1995, η AIC της Πολωνίας ήταν στο 45% της ΕΕ. H γειτονική μας Βουλγαρία έκανε το μεγαλύτερο άλμα με 4 ποσοστιαίες μονάδες αλλά βρίσκεται κάτω από το 80%. Το σχετικό γράφημα παρατίθεται παρακάτω.
Ήταν αναπόφευκτο να μην παρατηρήσει κάποιος ότι η AIC της Ελλάδας αυξήθηκε λίγο πέρυσι και βρίσκεται στο 80% του μέσου όρου της ΕΕ έναντι 68% που είναι με βάση το κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Πηγαίνοντας πίσω στο χρόνο διαπιστώσαμε ότι η πραγματική ατομική κατανάλωση σε όρους αγοραστικής δύναμης βρισκόταν στο 80% πάλι το 2012. Κάπου 13 χρόνια αργότερα, η Ελλάδα βρίσκεται 20 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Φυσικά, η Ελλάδα δεν παίζει μόνη της καθώς η θέση της εξαρτάται επίσης από τις επιδόσεις των άλλων κρατών-μελών της ΕΕ.
Αν μάλιστα πάμε ακόμη πιο πίσω στο χρόνο θα δούμε ότι η πραγματική καταναλωτική δαπάνη κατά κεφαλήν των ελληνικών νοικοκυριών βρισκόταν στο 100%, δηλ. στο μέσο όρο της ΕΕ, από το 2004 μέχρι το 2007 και μάλιστα ανέβηκε στο 104% το 2008 με ώθηση από τα κάθε είδους καταναλωτικά δάνεια. Τ0 2008, η Πολωνία ήταν στο 63% του μέσου όρου της ΕΕ. Η Ελλάδα διολίσθησε στο 103% το 2009 και άρχισε να κατρακυλάει από εκεί και πέρα στο 93% το 2010, στο 86% το 2011 και στο 80% το 2012 για να βρεθεί στο χαμηλότερο ποτέ του 75% το 2020, την χρονιά του κορωνοϊού.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο. Γιατί η Πολωνία τα έχει πάει πολύ καλύτερα από την Ελλάδα όλο αυτό το διάστημα; Προφανώς, υπάρχουν διάφοροι λόγοι, π.χ. κουλτούρα, πολιτική σκηνή. Αν όμως μείνουμε στην οικονομική σφαίρα, κάποια πράγματα ξεχωρίζουν.
Η Ελλάδα συνέχισε να βασίζεται κυρίως στην κατανάλωση και σε μικρότερο βαθμό στις εξαγωγές με έμφαση στο τουρισμό και ακόμη λιγότερο στις ιδιωτικές επενδύσεις.
Αντίθετα, η Πολωνία διεύρυνε την βιομηχανική της βάση, υποδεχόμενη μεγάλες άμεσες ξένες επενδύσεις και ενσωματώθηκε στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες , επωφελούμενη από την διασύνδεσή της με την γερμανική βιομηχανία. Επίσης, σε αντίθεση με την Ελλάδα, η κρίση στην ευρωζώνη την βρήκε με χαμηλό δημόσιο χρέος κάτω από το 50% του ΑΕΠ.
Φοροδιαφυγή υπάρχει και στις δυο χώρες αλλά στην Ελλάδα εκτιμάται ότι είναι αρκετά μεγαλύτερη. Ως γνωστόν πολλοί εδώ δηλώνουν φτωχοί στην εφορία αλλά έχουν πολύ μεγαλύτερα εισοδήματα με τα οποία τροφοδοτούν την κατανάλωση. Γι’ αυτό άλλωστε η συνολική κατανάλωση υπερβαίνει τα δηλωθέντα εισοδήματα κατά μερικές δεκάδες δισ. ευρώ κάθε χρόνο.
Η αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών δεν είναι μεν τελευταία στην ΕΕ όπως αρέσκονται να λένε όσοι δίνουν έμφαση στο κατά κεφαλήν εισόδημα, όμως, η βελτίωση σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ είναι ανεπαρκής όπως μας δείχνει η Πολωνία. Τουλάχιστον, εδώ το γλεντάμε περισσότερο.