Πρόσφατα, ο ΟΟΣΑ έδωσε στη δημοσιότητα στοιχεία για τη σωρευτική μεταβολή των πραγματικών μισθών από το 1ο τρίμηνο του 2021 μέχρι και το 1ο τρίμηνο του 2026.
H μέση αύξηση των πραγματικών μισθών στον ΟΟΣΑ ήταν οριακή μεταξύ 0% και 1%, λόγω κυρίως της μεγάλης αύξησης του πληθωρισμού την περίοδο 2022-2023. Η αύξηση του πραγματικού μισθού στην Ελλάδα τοποθετείται μεταξύ 4,5% και 5%.
Πρωταθλήτριες στον ΟΟΣΑ την ίδια περίοδο αναδείχθηκαν η Τουρκία με αύξηση από 12% έως 15% παρά τον υπερπληθωρισμό και ακολούθησαν η Πολωνία με 9% έως 11% λόγω των ισχυρών ρυθμών ανάπτυξης και της μεγάλης έλλειψης εργατικών χεριών και η Ουγγαρία με 6% έως 8%.
Από τις ευρωπαϊκές χώρες που βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα την προηγούμενη δεκαετία, η Πορτογαλία κατέγραψε αύξηση από 3,5% έως 4,5%, η Ισπανία σημείωσε μείωση 2% και η Ιρλανδία στασιμότητα. Η γειτονική μας Ιταλία είδε τον πραγματικό μισθό να μειώνεται κατά 6,1% την τελευταία 5ετία. Οι τελευταίες έπεσαν περισσότερο θύματα του κύματος ακρίβειας που ξέσπασε από το 2022 καθώς οι ονομαστικοί μισθοί αυξήθηκαν.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ΟΟΣΑ υπολογίζει τον πραγματικό μισθό, ξεκινώντας από τη μετατροπή όλων των αμοιβών σε αντιστοιχία πλήρους ωραρίου για λόγους σύγκρισης καθώς μερικές χώρες έχουν υψηλά ποσοστά μερικής απασχόλησης. Για τη μετατροπή του ονομαστικού μισθού σε πραγματικό, ο ΟΟΣΑ χρησιμοποιεί τον αποπληθωριστή ιδιωτικής κατανάλωσης. Ο τελευταίος καταγράφει πιο πειστικά τις δαπάνες ενός μέσου νοικοκυριού. Για να συγκρίνει τους πραγματικούς μισθούς μετατρέπει τα ποσά σε «δολάρια PPP», δηλ. δολάρια αγοραστικής δύναμης.
Φυσικά, τα πράγματα δεν είναι το ίδιο καλά για τον πραγματικό μισθό στην Ελλάδα, αν εξετάσει κάποιος την περίοδο 2010-2026, συμπεριλαμβάνοντας την περίοδο της κρίσης χρέους. Σε παλαιότερη αναφορά του Visual Capitalist, η οποία εξέταζε τη μεταβολή των μισθών εκφρασμένη σε δολάρια PPP για την περίοδο 2010-2024, η Ελλάδα κατέγραφε απώλειες 21% περίπου. Προφανώς, το νούμερο έχει μειωθεί για την περίοδο 2010-2026 αλλά και πάλι πρέπει να είναι ένα από τα δύο χειρότερα στον ΟΟΣΑ.
Η αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης του ελληνικού μισθού μοιάζει περισσότερο με μαραθώνιο παρά με σπριντ. Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά, από τη στιγμή που η παραγωγικότητα μετρούμενη σε ΑΕΠ ανά ώρες βρίσκεται στο 50% του μέσου όρου της ΕΕ και στα 2/3 του ΟΟΣΑ.
Όμως, υπάρχει κάτι ακόμη που δεν εισέρχεται στις στατιστικές. Αναφερόμαστε στις απολαβές των εργαζομένων σε κάποιες εταιρείες του ευρύτερου δημόσιου τομέα και του ιδιωτικού τομέα για τις οποίες δεν έχουμε διαβάσει να σχολιάζει κανένας.
Είναι γνωστό ότι μερικές εταιρείες του ευρύτερου δημόσιου τομέα δίνουν στους εργαζομένους τους κουπόνια για διατροφή τα οποία χρησιμοποιούνται συνήθως για την αγορά προϊόντων στα σούπερ μάρκετ και άλλα συμβεβλημένα μαγαζιά. Χονδρικά, μιλάμε για έναν ακόμη μισθό. Φυσικά, άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι δεν έχουν τις ίδιες απολαβές.
Αρκετά διαδεδομένη είναι η ίδια πρακτική επίσης στον ιδιωτικό τομέα. Ακόμη, σε αρκετές εταιρείες υπάρχει συμφωνία εργοδοσίας και εργαζομένων για την πληρωμή μεταξύ 20% και 40% του μισθού τους με άλλο τρόπο. Έτσι, κερδίζουν τόσο η εργοδοσία, η οποία δεν πληρώνει εισφορές κ.λπ., όσο και οι εργαζόμενοι γιατί δεν φορολογούνται γι’ αυτό το ποσό και επιπλέον θέτουν υποψηφιότητα για κάποιο επίδομα λόγω χαμηλότερου δηλωθέντος εισοδήματος.
Ο ΟΟΣΑ δεν συνυπολογίζει αυτά τα ποσά γιατί δεν μπαίνουν στον ονομαστικό μισθό αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν. Μάλιστα, υπάρχουν αναφορές από τον αγροτικό τομέα, όπου ακόμη και ξένοι μετανάστες οι οποίοι εργάζονται εδώ ως μετακλητοί ζητούν από τους εργοδότες τους να πληρώνονται μέρος του μισθού τους σε μετρητά για να μην περνάνε το αφορολόγητο όριο και χάνουν άλλα επιδόματα.
Στη συζήτηση λοιπόν για τους μισθούς στην Ελλάδα θα πρέπει να μπει κι αυτή η παράμετρος για την οποία όλοι σφυρίζουν αδιάφορα. Φυσικά, κύριος στόχος θα πρέπει να είναι η αύξηση της παραγωγικότητας για να δοθούν μεγαλύτερες αυξήσεις μισθών χωρίς πληθωριστικές παρενέργειες.