Ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης συνοδευόμενος από κυβερνητική κουστωδία ανεβαίνει στη ΔΕΘ αυτό το Σαββατοκύριακο για να εξαγγείλει οικονομικά μέτρα τα οποία εκτιμά ότι θα αυξήσουν τις πιθανότητες επικράτησης του κόμματός του στις εκλογές του 2027.
Το ίδιο κάνουν κι οι άλλοι πολιτικοί αρχηγοί για τον ίδιο λόγο, αρχής γενομένης από τον κ.Τσίπρα.
Γιατί το κάνουν;
Γιατί πιστεύουν ότι ένα σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος επηρεάζεται από τις εξαγγελίες και είναι πιο πιθανό να τους ψηφίσει στον αγώνα που δίνουν για την διατήρηση ή την άνοδο τους στην εξουσία.
Προφανώς, δεν θα το έκαναν και θα ήταν πολύ πιο προσεκτικοί σε όσα προτείνουν ή υπόσχονται αν γνώριζαν ότι η πλειοψηφία του λαού έχει ικανοποιητικό επίπεδο χρηματοοικονομικών γνώσεων και δεν επηρεάζεται από τέτοιες εξαγγελίες προς άγραν ψήφων.
Η ΔΕΘ αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τους παραδοσιακούς επιχειρηματικούς και οικονομικούς θεσμούς της χώρας. Δεν θα αναφερθούμε στα θετικά και αρνητικά που έχει για την Θεσσαλονίκη και τους κατοίκους της αλλά θα επικεντρωθούμε στις οικονομικές εξαγγελίες του εκάστοτε πρωθυπουργού και των άλλων πολιτικών αρχηγών.
Υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν ότι η ΔΕΘ ως βήμα για τις οικονομικές εξαγγελίες της κυβέρνησης και των κομμάτων της αντιπολίτευσης βοηθά στη σύγκριση των διαφορετικών οικονομικών μέτρων και προτάσεων. Επίσης, η μεγάλη κάλυψη της ΔΕΘ από τα ΜΜΕ βοηθά να μάθει ο πολύς κόσμος τι θα αλλάξει στη ζωή του ενώ οι αγορές έχουν την ευκαιρία να πληροφορηθούν προς τα που πάει η χώρα από τις θέσεις της κυβέρνησης και των κύριων κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Από την άλλη πλευρά, η ΔΕΘ έχει ταυτισθεί με ανακοινώσεις παροχών, επιδομάτων που έχουν περισσότερο ψηφοθηρικό χαρακτήρα, ιδίως σε προεκλογικές χρονιές, και επικοινωνιακά τρικ από τα οποία απουσιάζει η ουσία. Συνήθως, τα μέτρα γίνονται αντικείμενο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση να ωραιοποιεί την κατάσταση και την αντιπολίτευση να την κατακεραυνώνει.
Ακόμη, δεν είναι ασυνήθιστο να καλλιεργούνται προσδοκίες για φιλολαικά μέτρα σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, οι οποίες είτε διαψεύδονται αργότερα, είτε δεν εφαρμόζονται είτε γιατί εφαρμόζονται και αποδεικνύονται χωρίς αντίκρισμα.
Υπο αυτή την έννοια, η παροχολογία της ΔΕΘ δεν βοηθά. Τι θα μπορούσε να το αλλάξει; Μια κοινή δέσμευση της κυβέρνησης και των κομμάτων για αξιολόγηση και κοστολόγηση των προτεινόμενων μέτρων τους από τρίτους, ανεξάρτητους εξειδικευμένους φορείς εκτός Ελλάδος με παράλληλη δέσμευση ότι τηρούν τους υφιστάμενους δημοσιονομικούς κανόνες του νέου συμφώνου σταθερότητας. Με άλλα λόγια, η αύξηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών δεν θα πρέπει να ξεπερνάει το ετήσιο ανώτατο όριο που είναι περίπου τα 3 δισ. ευρώ τον χρόνο.
Αν αυτά δεν γίνουν, η ΔΕΘ ως οικονομικό βήμα θα λειτουργεί περισσότερο υπερ της πολιτικής πόλωσης ενώ θα παραμείνει πεδίο επικοινωνιακής αντιπαράθεσης παρά ανταλλαγής επιχειρημάτων με οικονομική ουσία. Μια τέτοια ΔΕΘ δεν χρειάζεται.