Κύριο χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας ήταν η χαμηλή εξωστρέφεια, η οποία ορίζεται από το άθροισμα των εισαγωγών και των εξαγωγών στο ΑΕΠ και η υψηλή ενεργειακή εξάρτηση από το εξωτερικό.
Πού είμαστε σήμερα; Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από το υψηλό ποσοστό κατανάλωσης ως προς το ΑΕΠ, κοντά στο 88% όπως το 2007. Οι συνολικές επενδύσεις έχουν υποχωρήσει στο 17% του ΑΕΠ έναντι 24% τότε και οι εξαγωγές έχουν σχεδόν διπλασιασθεί στο 40% του ΑΕΠ από 22%.
Το άθροισμα των εξαγωγών (αγαθών και υπηρεσιών) και εισαγωγών, δηλ. η εξωστρέφεια, κυμαίνεται μεταξύ 83% και 90% του ΑΕΠ τη διετία 2024-2025, πλησιάζοντας τον παγκόσμιο μέσο όρο που είναι στο 90%. Με άλλα λόγια, η εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας έχει ενισχυθεί σημαντικά σε σύγκριση με το παρελθόν.
Τι γίνεται στο μέτωπο της ενεργειακής εξάρτησης; Το 2007, η ενεργειακή εξάρτηση της Ελλάδας βρισκόταν κοντά στο 70% ενώ έχει ανέλθει στο 78% περίπου τα τελευταία χρόνια, με βάση τα στοιχεία της Eurostat. Κι όλα αυτά παρά τη μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας καθώς η απότομη μείωση της παραγωγής λιγνίτη αντικαταστάθηκε από φυσικό αέριο.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα είναι πιο ευάλωτη από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων σήμερα σε σχέση με το 2007. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα Virtual Capitalist, η Ελλάδα εμφανίζεται να είναι η τρίτη πιο εξαρτημένη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά τη Λιθουανία και την Πολωνία, από το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής, το οποίο βρίσκεται στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος. Η εξάρτηση της Λιθουανίας ανέρχεται στο 40% έναντι 34% της Πολωνίας και 33% της Ελλάδας. (βλέπε διάγραμμα)
Δεν εκπλήσσει λοιπόν η διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών κάθε φορά που οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου παίρνουν την ανηφόρα για τα καλά. Κι αυτό παρότι η χώρα εξάγει ταυτόχρονα διυλισμένα προϊόντα.
Γίναμε μάρτυρες αυτού του γεγονότος ακόμη μια φορά χθες, καθώς η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) έδωσε στη δημοσιότητα τα στοιχεία για το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών το διάστημα Ιανουάριος-Ιούλιος 2026. Το έλλειμμα αυξήθηκε κατά 1,5 δισ. ευρώ και ανήλθε σε 9,3 δισ. παρά την αύξηση των εσόδων από τον τουρισμό και τις εξαγωγές αγαθών.
Είναι προφανές ότι η βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου συνδέεται με τη μείωση της εξάρτησης της Ελλάδας από τα εισαγόμενα καύσιμα. Η πράσινη μετάβαση δεν έχει βοηθήσει ακόμη να αντιστραφεί η τάση και μεγάλο μέρος της ευθύνης ανήκει σε όσους τη σχεδίασαν.
Καλές οι ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή αλλά χωρίς μέριμνα για αποθήκευση, το αποτέλεσμα είναι κατώτερο του αναμενομένου, σε αντίθεση με την Βουλγαρία που έχει εγκατεστημένη ισχύ μπαταριών αποθήκευσης 5 με 6 GW, έναντι μόλις 0,22 GW της Ελλάδας. Οι καταναλωτές πληρώνουν ακριβότερα το ρεύμα και ο ρυθμός ανάπτυξης ψαλιδίζεται λόγω της διεύρυνσης του εξωτερικού ισοζυγίου.
Επομένως, η δραστική μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της Ελλάδας από τα εισαγόμενα καύσιμα συνδέεται με τη διαρθρωτική βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της χώρας.
Η Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει να βασίζεται στη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού για να καλύπτει μέρος της τρύπας που ανοίγεται κάθε φορά στο εξωτερικό ισοζύγιο. Κάθε μέρα δεν θα είναι τ’ Αϊ-Γιαννιού όπως έδειξε η πανδημία.