Όμως, η αγορά έχει διαφορετική άποψη, κρίνοντας από τη διαφορά απόδοσης (spread) του 10ετούς ομολόγου των ανωτέρω χωρών από το αντίστοιχο της Γερμανίας. Έτσι, το γαλλικό spread βρίσκεται στις 140 μονάδες βάσης, το ιταλικό στις 115 μονάδες βάσης και το ελληνικό στις 86 μονάδες βάσης.
Οι οίκοι αξιολόγησης δεν μπορούν να αγνοούν την τιμολόγηση από τις αγορές, τις διαδηλώσεις και ταραχές στη χώρα, το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα 5,4% του ΑΕΠ με τις κρατικές δαπάνες στο 57% του ΑΕΠ, το μεγάλο χρέος στο 119% του ΑΕΠ και το πολιτικό αδιέξοδο.
Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να προχωρήσουν λογικά σε υποβάθμιση της Γαλλίας και αυτό δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστες τις τράπεζές της. Αυτό θα έχει επιπτώσεις στη χρηματοδότηση της οικονομίας της, το ΑΕΠ και πάει λέγοντας, λίγους μήνες πριν τις προεδρικές εκλογές του Απριλίου και μ’ ένα εκλογικό σώμα που δεν δείχνει να κατανοεί την κατάσταση της χώρας.
Μερικοί μιλάνε ήδη για κρίση χρέους Νο 2 στην ευρωζώνη αλλά κάποιοι δεν περιμένουν, ρευστοποιώντας τις θέσεις τους σε γαλλικά ομόλογα. Αναφερόμαστε στο ιαπωνικό fund Sumitomo Mitsui DS Asset Managment, το οποίο ανακοίνωσε την πώληση και την επανατοποθέτησή του σε γερμανικά ομόλογα και βραχυπρόθεσμα ιαπωνικά.
Αυτό δεν είναι τυχαίο. Με τις αποδόσεις των ιαπωνικών ομολόγων να έχουν ανέβει, η επένδυση σε 10ετή γαλλικά με κάλυψη του συναλλαγματικού κινδύνου είναι μικρότερη πλέον σε σύγκριση με το 10ετές ιαπωνικό που αποδίδει πάνω από 3% για πρώτη φορά από τον Αύγουστο του 1996.
Το ίδιο συμβαίνει με τα αμερικανικά ομόλογα σύμφωνα με αναλυτή της Deutsche Bank και εξηγεί εν μέρει το 1ο κύμα πωλήσεων από την Ιαπωνία και τον επαναπατρισμό των κεφαλαίων τους.
Η Ιαπωνία είναι ο μεγαλύτερος ξένος κάτοχος αμερικανικών ομολόγων. Επομένως, οι ΗΠΑ δεν θα ήθελαν να ρευστοποιήσει ένα σημαντικό μέρος τους σ’ αυτή τη συγκυρία. Αυτός είναι ο λόγος που βοήθησαν την Ιαπωνία να υπερασπιστεί το γιεν στα τέλη του Ιουλίου-αρχές Αυγούστου, γιατί φοβόντουσαν ότι διαφορετικά οι Ιάπωνες θα πουλούσαν αμερικανικά ομόλογα για να πάρουν δολάρια και να στηρίξουν το γιεν.
Μιλώντας μπροστά σ’ ένα πανεπιστήμιο, στις 8 Σεπτεμβρίου, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών κ. Μπέσεντ δήλωσε ότι αυτός ήταν η «μάνα» (the house), γιατί είχε ασύμμετρη πληροφόρηση και προκάλεσε τους traders να στοιχηματίσουν εναντίον του.
Κάπου 2,5 εβδομάδες αργότερα, η «μάνα» προσφέρθηκε να επαναγοράσει μακροπρόθεσμα ομόλογα ύψους 4 δισ. δολαρίων και είδε τις προσφορές να ξεπερνούν τα 10 δισ. Την ίδια μέρα, η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου ανέβηκε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 22 ετών και το γιεν υποχώρησε έναντι του δολαρίου από το επίπεδο που βρισκόταν όταν ο κ. Μπέσεντ προκάλεσε την αγορά να ποντάρει εναντίον του.
Η υποχώρηση του γιεν δημιουργεί πίεση στην Ιαπωνία για περισσότερες πωλήσεις αμερικανικών ομολόγων ενώ στους ιδιώτες Ιάπωνες δίνει κίνητρο να επαναπατρίσουν τα χρήματά τους.
Για δεκαετίες, η Ιαπωνία έχει τροφοδοτήσει με ρευστότητα το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα μέσω δανεισμού στο χαμηλότοκο γιεν για τοποθετήσεις σε άλλα νομίσματα. Ο περιορισμός της ρευστότητας μέσω του κλεισίματος θέσεων σε γιεν θα έχει θύματα και ήδη φαίνεται.