Πώς συγκρίνεται η περιουσία των φτωχών Ελλήνων με τους άλλους ευρωπαίους

Σε μια χώρα που τα δηλωθέντα εισοδήματα υπολείπονται σημαντικά των πραγματικών, ο καθαρός πλούτος του 20% των φτωχότερων νοικοκυριών προσφέρεται για πιο αξιόπιστες συγκρίσεις με τα φτωχά νοικοκυριά  άλλων ευρωπαϊκών κρατών. Σε ποιες χώρες, τα φτωχά νοικοκυριά χρωστάνε περισσότερα από αυτά που κατέχουν. Οι χώρες-έκπληξη.

Δημοσιεύθηκε: 9 Οκτωβρίου 2026 - 07:35

Load more
Όπου φτωχός κι η μοίρα του λέει ο λαός.

Πως όμως ορίζεται η φτώχεια; Οι διεθνείς οργανισμοί χρησιμοποιούν πρωταρχικά το εισόδημα ως κριτήριο. Κι αυτό γιατί η κάλυψη των καθημερινών αναγκών του ανθρώπου απαιτεί άμεσα διαθέσιμα χρήματα.

Όμως, σε κάποιες χώρες όπως η Ελλάδα, η διαφορά των δηλωθέντων από τα πραγματικά εισοδήματα των νοικοκυριών είναι μεγάλη.  Αυτό αποτυπώνεται στη σημαντική διαφορά που χωρίζει συστηματικά την ετήσια κατανάλωση από τα δηλωθέντα εισοδήματα.

Από την άλλη πλευρά υπάρχει ο πλούτος. Κάποιος μπορεί να έχει χαμηλό εισόδημα αλλά να έχει κληρονομήσει ή αγοράσει στο παρελθόν ένα σπίτι μεγάλης αξίας. Σ’ αυτή την περίπτωση μπορεί να είναι φτωχός σε εισόδημα αλλά πλούσιος σε ακίνητη περιουσία. Η τελευταία του παρέχει κάποιο δίχτυ ασφαλείας αλλά δεν τον ταΐζει.

 Με βάση τα σχετικά στοιχεία της ΕΚΤ, ο Ντάνιελ Γκάνσβιν έφτιαξε ένα πίνακα για το 20% των φτωχότερων νοικοκυριών σε 21 ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, με βασικό κριτήριο τον μέσο καθαρό πλούτο τους.

Όπως μπορείτε να δείτε πιο κάτω, ο πίνακας περιλαμβάνει κάποιες εκπλήξεις. Στις 7 από τις 21 χώρες, οι φτωχοί χρωστάνε περισσότερα από αυτά που έχουν, δηλ. ο καθαρός πλούτος τους είναι αρνητικός. 

Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν η Γερμανία,  η Κύπρος, η Αυστρία, η Ολλανδία, η Πορτογαλία, η Γαλλία και η Φινλανδία. 

Ειδικά, η Γερμανία εκπλήσσει γιατί δεν είναι η χώρα που τα νοικοκυριά παίρνουν δάνεια. Κι όμως, το μέσο φτωχό γερμανικό νοικοκυριό εμφανίζεται να έχει 16 χιλ. ευρώ σε περιουσία εκ των οποίων 9 χιλ. ευρώ σε ακίνητα και 29 χιλ. ευρώ σε χρέος. Ακόμη, τα στεγαστικά δάνεια είναι ίσα με το 247% της περιουσίας που χρηματοδοτούν. Το αποτέλεσμα είναι ο καθαρός πλούτος του (περιουσία μείον χρέη) να είναι αρνητικός και ίσος με 13 χιλ. ευρώ.

Αντίθετα, στη περίπτωση της Ελλάδας, ο καθαρός πλούτος του φτωχότερου 20% των νοικοκυριών είναι μικρός μεν αλλά θετικός με 4 χιλ. ευρώ. Τα περιουσιακά στοιχεία τους είναι 8 χιλ. ευρώ εκ των οποίων 3 χιλ. ευρώ σε ακίνητα και 4.000 ευρώ σε συνολικό χρέος.  

Αξίζει να αναφερθεί ότι το Λουξεμβούργο με 71 χιλ., η Μάλτα με 37 χιλ. και η Σλοβακία με 21 χιλ. ευρώ είναι οι χώρες που το φτωχότερο 20% των νοικοκυριών κατέχει το μεγαλύτερο καθαρό πλούτο ανάμεσα  στις 21 χώρες. 

Αν πάντως αναρωτιέστε πως είναι δυνατόν να μιλάμε για ακίνητα αξίας  λίγων χιλιάδων ευρώ ή καθαρού πλούτου μερικών χιλιάδων και ενίοτε αρνητικό, η προφανής απάντηση είναι η εξής. Στο 20% των φτωχότερων νοικοκυριών υπάρχουν πιθανόν άνθρωποι που δεν έχουν καθόλου περιουσία και επομένως χαμηλώνουν τον μέσο όρο της κατηγορίας.

Αξίζει να αναφερθεί ότι στη κατηγορία μπορεί να πέφτουν άνθρωποι οι οποίοι αγόρασαν πρώτη κατοικία με δάνειο και αργότερα είδαν την αξία του σπιτιού τους να υποχωρεί  αρκετά. Λόγω της πτώσης, η αξία του σπιτιού είναι πιο κάτω κι από το δάνειο. 

Υπενθυμίζεται ότι το κατώτατο όριο φτώχειας με κριτήριο το εισόδημα έχει προσδιορισθεί στις 7000 ευρώ ετησίως για ένα άτομο στην Ελλάδα. Από την στιγμή κατά την οποία το μέσο ισοδύναμο εισόδημα για το φτωχότερο 20% του πληθυσμού εκτιμάται μεταξύ 5.100 και 5.300 ευρώ ετησίως, θεωρητικά, οι τελευταίοι ζουν με εισοδήματα κάτω από το όριο της φτώχειας. 

Το μέσο διαθέσιμο εισόδημα για μια 4μελή οικογένεια με δυο ενήλικες και δυο παιδιά είναι μεταξύ 10.710 και 11.130 ευρώ ετησίως. Όλοι αυτοί βρίσκονται κάτω από τις 14.742 ευρώ ετησίως που είναι το κατώτατο όριο φτώχειας για μια 4μελή οικογένεια σύμφωνα με την Eurostat.  

Ανάμεσά τους, βρίσκονται άτομα τα οποία δηλώνουν πολύ χαμηλότερα εισοδήματα από τα πραγματικά.  Είναι γνωστό ότι αρκετοί επαγγελματίες, π.χ. ιδιοκτήτες μπιτς μπαρ, ταξιτζήδες κ.τ.λ. δήλωναν μέσο ετήσιο καθαρό εισόδημα κάτω από 5.000 ευρώ ετησίως.

Πριν από την οριζόντια τεκμαρτή τιμολόγηση, το 50% περίπου των ελεύθερων επαγγελματιών στην Ελλάδα δήλωνε καθαρά κέρδη έως 3,650 ευρώ περίπου ή 305 ευρώ τον μήνα σύμφωνα με την ΑΑΔΕ.     

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων