Αν όμως έριχνε μια ματιά στις δαπάνες της γενικής κυβέρνησης της Ελλάδας ως προς το ΑΕΠ που δημοσίευσε χθες η στήλη Alphaville των FT, θα διαπίστωνε πως ήταν μια από τις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις χώρες του ΟΟΣΑ γενικότερα.
Είναι λοιπόν εύλογο να αναρωτηθεί κάποιος αφενός αν οι υψηλές κρατικές δαπάνες ως προς το ΑΕΠ αποτελούν δυνητική πηγή κινδύνου για τη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας σε περίοδο υψηλών επιτοκίων και αν πιάνουν τόπο τα λεφτά από τη στιγμή που το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας κοινωνικού αποκλεισμού είναι το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ.
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, η Γαλλία είναι η χώρα της ΕΕ με το μεγαλύτερο ποσοστό κρατικών δαπανών προς το ΑΕΠ με 57% το 2023, σύμφωνα με την Alphaville. Ακολούθησαν η Φινλανδία με 56%, η Ιταλία με 53,7%, το Βέλγιο με 53,3%, η Αυστρία με 52,7% και η Ελλάδα με 49,5%, ξεπερνώντας οριακά τη Σουηδία με 49,3%.
Για την ιστορία, οι κυβερνήσεις των χωρών του ΟΟΣΑ που ανήκουν στην ΕΕ ξόδεψαν το 49,2% του ΑΕΠ έναντι 43,2% που ήταν ο μέσος όρος σε ολόκληρο τον ΟΟΣΑ την ίδια χρονιά.
Μια ματιά στις πιο γαλαντόμες χώρες της ΕΕ αποκαλύπτει ότι οι 3 από τις 8 χώρες έχουν υψηλό δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ αλλά όχι οι υπόλοιπες. Αυτές, δηλαδή η Γαλλία, η Ιταλία, το Βέλγιο, είναι θεωρητικά οι πιο ευάλωτες σε περιόδους έξαρσης των επιτοκίων αλλά κι αυτό είναι σχετικό.
Όλοι γνωρίζουμε ότι π.χ. η Ελλάδα έχει κλειδώσει χαμηλά επιτόκια για μεγάλο μέρος του χρέους της, η μέση διάρκειά του είναι κοντά στα 19 χρόνια, δηλ. το παλαιό χρέος αναχρηματοδοτείται κατά μέσο όρο κάθε 18-19 χρόνια, και ο προϋπολογισμός της είναι πλεονασματικός. Όμως, δεν ισχύει το ίδιο π.χ. για τη Γαλλία, που βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα.
Επομένως, οι υψηλές κρατικές δαπάνες ως προς το ΑΕΠ δεν σημαίνει αυτόματα ότι αυτές οι χώρες είναι πιο ευάλωτες σε ένα καθεστώς υψηλών επιτοκίων.
Από την άλλη πλευρά, η αποτελεσματικότητα των κρατικών δαπανών στην καταπολέμηση προβλημάτων, όπως η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός, είναι άλλο θέμα και συχνά συνδέεται με τη σύνθεση των δαπανών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δαπάνες για κοινωνική προστασία, δηλ. συντάξεις, επιδόματα ανεργίας και άλλα, ανέρχονταν σε 23,4% του ΑΕΠ στη Γαλλία έναντι 18,5% στην Ελλάδα και 7,9% του ΑΕΠ στις ΗΠΑ. Ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 19,3%. Όμως, κι εδώ υπάρχουν διαφοροποιήσεις.
Οι δαπάνες για συντάξεις φθάνουν το 14% του ΑΕΠ στην Ελλάδα και μόλις στο 4% του ΑΕΠ για τα υπόλοιπα, π.χ. επιδόματα, στέγαση κ.λπ. Στην Ιταλία, οι συντάξεις φτάνουν το 15,5% του ΑΕΠ και είναι οι μεγαλύτερες στην ΕΕ. Ο διαχωρισμός στη Γαλλία είναι 14,6% του ΑΕΠ για συντάξεις και 8,7% στα υπόλοιπα κοινωνικά μέτρα.
Επίσης, στη Γαλλία, το 1,5% του ΑΕΠ κατευθύνεται στη στέγαση έναντι 1,2% που είναι ο μέσος όρος στην ΕΕ. Στην Ελλάδα δεν ήταν δυνατόν να το μετρήσουμε καθώς ήταν πολύ μικρό.
Αν επιβεβαιωθούν οι προσδοκίες των συμμετεχόντων στην αγορά για υψηλότερα επιτόκια και δαπάνες για την άμυνα τα επόμενα χρόνια, αυτό σημαίνει ότι οι κρατικές δαπάνες από άλλες κατηγορίες, π.χ. υγεία, εκπαίδευση, περιβαλλοντική προστασία, διασκέδαση, θα πρέπει να περιορισθούν.
Μόνο έτσι οι συνολικές κρατικές δαπάνες ως προς το ΑΕΠ θα τεθούν υπό έλεγχο και ταυτόχρονα θα γίνει στόχευση σε συγκεκριμένες κατηγορίες δαπανών. Το δεύτερο θα είναι πιο δύσκολο από το πρώτο. Κι αυτό γιατί ο κανόνας αύξησης των πρωτογενών δαπανών της ΕΕ μάς βολεύει.