Οι συνέπειες θα γίνουν πιο ορατές τα επόμενα 10-20 χρόνια. Η τάση στο δημογραφικό δεν αλλάζει μεν απότομα αλλά έτσι κι αλλάξει είναι πολύ δύσκολο να αντιστραφεί.
Αν ρίξει κάποιος μια ματιά στο ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 65 ετών και άνω της Παγκόσμιας Τράπεζας με έτος αναφοράς το 2024, θα διαπιστώσει το εξής. Η Ελλάδα με 23,9% φιγουράρει ήδη στη 5η θέση της παγκόσμιας κατάταξης μετά το Μονακό που βρίσκεται στο 36,2%, την Ιαπωνία στο 29,8%, την Ιταλία στο 24,6%, και την Πορτογαλία στο 24,5% όπως φαίνεται στους πίνακες του Iswardi Ishak που παραθέτουμε πιο κάτω.
Από τις άλλες χώρες που απαρτίζουν την πρώτη 20αδα, η Γερμανία βρίσκεται στο 23,2%, η Φινλανδία στο 23,9% όπως κι η Ελλάδα, η Βουλγαρία στο 22% και η Γαλλία στο 22,1%.
Ως γνωστόν, η γήρανση του πληθυσμού επιβαρύνει το διανεμητικό συνταξιοδοτικό σύστημα, αυξάνει τις ιατροφαρμακευτικές δαπάνες, προκαλεί ελλείψεις στην αγορά εργασίας και οδηγεί σε διόγκωση τα δημοσιονομικά ελλείμματα.
Η Ελλάδα έχει επίσης το μειονέκτημα ότι το δημόσιο χρέος της είναι πολύ υψηλό και θα πρέπει να συνεχίζει να αποκλιμακώνεται τα επόμενα χρόνια ως προς το ΑΕΠ. Ακόμη, είναι ουραγός στην παραγωγικότητα εργασίας στην ευρωζώνη, η ανάληψη ρίσκου δεν είναι χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας και δεν διαθέτει την επιχειρηματική κουλτούρα που απαιτείται για να ευδοκιμήσει η καινοτομία.
Επιπλέον, το ελληνικό πολιτικό σύστημα, ανεξαρτήτως κομμάτων, λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις με κριτήριο το πολιτικό κόστος.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι προοπτικές των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης σε βάθος χρόνου που θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν τις αρνητικές συνέπειες της γήρανσης του πληθυσμού, της έλλειψης κουλτούρας για ανάληψη ρίσκου και καινοτομία δεν είναι καλές.
Επομένως, ο δρόμος της σταθερότητας μέσω της δημοσιονομικής πειθαρχίας είναι μονόδρομος. Μόνο έτσι θα διασφαλισθεί ότι το κράτος θα εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, π.χ. προς τους συνταξιούχους και άλλους πιστωτές του, μακροπρόθεσμα χωρίς να προκληθεί νέα κρίση χρέους.
Φυσικά, η Ελλάδα θα μπορούσε να μεγιστοποιήσει τα οφέλη από την υιοθέτηση των νέων τεχνολογιών αφού δεν διαθέτει τους πόρους για να συμμετάσχει στις επενδύσεις για τεχνολογίες αιχμής. Η χρήση των ευρωπαϊκών πόρων, π.χ. του ΕΣΠΑ, θα μπορούσε να διευκολύνει αυτό το σκοπό, δίνοντας ώθηση στο δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.
Όμως, ρεαλιστικά, η πιο ασφαλής οδός για την αποφυγή μιας νέας κρίσης χρέους στο μέλλον με δεδομένες τις προκλήσεις από την γήρανση του πληθυσμού, την μεγάλη υπερχρέωση της χώρας και την απροθυμία ανάληψης ρίσκου από την μεγαλύτερη μάζα του πληθυσμού είναι μια. Η δημοσιονομική πειθαρχία.