Για δεκαετίες, η βασική εξίσωση της γεωργίας ήταν σχετικά απλή: περισσότερη γη, περισσότερες εισροές και περισσότερη παραγωγή. Σήμερα αυτή η εξίσωση αλλάζει. Η κλιματική αλλαγή, η μεταβλητότητα των τιμών, το αυξανόμενο κόστος ενέργειας και λιπασμάτων, η έλλειψη εργατικών χεριών και η ταχεία είσοδος ψηφιακών τεχνολογιών μεταμορφώνουν το αγροτικό μοντέλο.
Για τον Έλληνα παραγωγό η αλλαγή είναι ήδη ορατή. Και δεν αφορά μόνο το μέλλον. Αφορά το κόστος της επόμενης καλλιεργητικής περιόδου, την πρόσβαση στο νερό, την επιλογή ποικιλίας, την επένδυση σε μηχανήματα και τελικά το εισόδημα.
Το νερό γίνεται στρατηγικό κεφάλαιο
Η κλιματική πίεση είναι ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος επισημαίνει ότι η νότια Ευρώπη βρίσκεται σε ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο από την αύξηση της θερμοκρασίας, την ξηρασία και την υδατική πίεση. Το 2025, η ξηρασία επηρέασε περίπου 928.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα ευρωπαϊκής επικράτειας, ενώ σε περίπου 112.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα καλλιεργειών η παραγωγικότητα δεν επέστρεψε στα επίπεδα αναφοράς.
Για την Ελλάδα το ζήτημα είναι ακόμη πιο κρίσιμο. Η ΕΕΑ χαρακτηρίζει τη χώρα ευάλωτη σε καύσωνες, ξηρασίες, πλημμύρες και πυρκαγιές, ενώ σημειώνει ότι η γεωργία είναι ένας από τους τομείς που επηρεάζονται άμεσα από τις κλιματικές πιέσεις.
Αυτό σημαίνει ότι το νερό παύει να θεωρείται δεδομένο. Η γεωργία θα πρέπει να παράγει περισσότερο με κάθε διαθέσιμη μονάδα νερού. Και εδώ η τεχνολογία αρχίζει να αποκτά πρακτική αξία.
Χαρακτηριστικό ελληνικό παράδειγμα είναι το πρόγραμμα IRRISMA στην περιοχή της Κορώνειας. Το σύστημα συνδυάζει αισθητήρες, μετεωρολογικά δεδομένα και λογισμικό για να υπολογίζει τις πραγματικές ανάγκες άρδευσης. Στις δοκιμές σε βαμβάκι καταγράφηκε μείωση της κατανάλωσης νερού κατά 7%-10%, ενώ η απόδοση αυξήθηκε περίπου 5%.
Από το «χωράφι» στο «δεδομένο»
Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή είναι η ψηφιοποίηση. Δορυφορικές εικόνες, GPS, αισθητήρες εδάφους, drones και συστήματα διαχείρισης επιτρέπουν πλέον στον παραγωγό να παίρνει αποφάσεις με βάση δεδομένα και όχι μόνο την εμπειρία.
Η τεχνολογία όμως δεν έχει ακόμη διαδοθεί στον ίδιο βαθμό σε όλη την Ευρώπη. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2023 περίπου το 18% των ευρωπαϊκών εκμεταλλεύσεων με χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση αξιοποιούσε κάποια μορφή γεωργίας ακριβείας. Οι εκμεταλλεύσεις αυτές διαχειρίζονταν περίπου το 44% της συνολικής χρησιμοποιούμενης γεωργικής έκτασης της ΕΕ. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό της έκτασης που διαχειρίζονται εκμεταλλεύσεις με τεχνολογίες γεωργίας ακριβείας ήταν μόλις 10%-15%.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι η απουσία τεχνολογίας. Είναι η διάχυσή της. Η ΕΕΑ επισημαίνει ότι στην Ελλάδα πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα αναπτύσσουν προηγμένες λύσεις, αλλά η εφαρμογή τους στο χωράφι παραμένει περιορισμένη, μεταξύ άλλων λόγω ανεπαρκούς εκπαίδευσης και συμβουλευτικής υποστήριξης.
Όταν η παραγωγή αυξάνεται αλλά το περιθώριο στενεύει
Την ίδια στιγμή, ο παραγωγός βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δεύτερη οικονομική πίεση: την απόσταση ανάμεσα στην τιμή που παίρνει για το προϊόν του και στο κόστος παραγωγής.
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το δεύτερο τρίμηνο του 2026 οι μέσες τιμές αγροτικών προϊόντων στην ΕΕ μειώθηκαν κατά 5,8% σε ετήσια βάση. Την ίδια περίοδο, όμως, οι τιμές των βασικών εισροών αυξήθηκαν κατά 4,7%. Ειδικότερα, η ενέργεια και τα λιπαντικά αυξήθηκαν κατά 22%, ενώ τα λιπάσματα και βελτιωτικά εδάφους κατά 13,4%.
Το στοιχείο αυτό εξηγεί γιατί η παραγωγικότητα από μόνη της δεν αρκεί. Ένας παραγωγός μπορεί να παράγει περισσότερο και ταυτόχρονα να βρίσκεται υπό μεγαλύτερη οικονομική πίεση εάν το κόστος ενέργειας, νερού, λιπασμάτων ή φυτοπροστασίας αυξάνεται ταχύτερα από την αξία της παραγωγής.
Η κλιματική ανθεκτικότητα αποκτά έτσι και οικονομική διάσταση. Πρόσφατη ανάλυση της ΕΕΑ, βασισμένη σε 51 μελέτες σε επίπεδο εκμετάλλευσης, καταλήγει ότι η μείωση της εξάρτησης από ακριβές εξωτερικές εισροές μπορεί να ενισχύσει την οικονομική ανθεκτικότητα των αγροτικών εκμεταλλεύσεων.
Το ελληνικό χωράφι έχει και ένα διαρθρωτικό πρόβλημα
Η μετάβαση γίνεται δυσκολότερη εξαιτίας της ίδιας της δομής της ελληνικής γεωργίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολογίζει περίπου 600.000 γεωργικές εκμεταλλεύσεις στην Ελλάδα, με μέσο μέγεθος περίπου 7 εκτάρια. Παράλληλα, πάνω από το 70% της γεωργικής έκτασης αντιμετωπίζει φυσικούς ή άλλους ειδικούς περιορισμούς.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ από την Απογραφή Γεωργίας-Κτηνοτροφίας 2021 αποτυπώνουν αναλυτικά τη διάρθρωση των εκμεταλλεύσεων, τη χρήση της γης, τις καλλιέργειες, την άρδευση και άλλα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού πρωτογενούς τομέα.
Σε ένα περιβάλλον μικρών και κατακερματισμένων εκμεταλλεύσεων, η αγορά ενός ακριβού συστήματος γεωργίας ακριβείας ή ενός σύγχρονου μηχανήματος δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση. Γι' αυτό η συνεργασία, οι ομάδες παραγωγών, οι συνεταιρισμοί και οι υπηρεσίες συμβουλευτικής μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία.
Η νέα ΚΑΠ αλλάζει και το μοντέλο στήριξης
Η αλλαγή περνά και μέσα από την Κοινή Αγροτική Πολιτική. Το ελληνικό Στρατηγικό Σχέδιο ΚΑΠ 2023-2027 δίνει έμφαση σε μια πιο πράσινη και ψηφιακή γεωργία, στην καινοτομία, στην ανανέωση των γενεών και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Για περιβαλλοντικούς και κλιματικούς στόχους έχουν προβλεφθεί περίπου 1,5 δισ. ευρώ, ενώ πάνω από 425 εκατ. ευρώ ετησίως κατευθύνονται στα οικολογικά σχήματα.
Η κατεύθυνση αυτή αναμένεται να ενισχυθεί μετά το 2027. Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ΚΑΠ 2028-2034 προβλέπει μεγαλύτερη στόχευση στις μικρότερες εκμεταλλεύσεις και στους νέους γεωργούς, ενώ εισάγει αλλαγές στον τρόπο καταβολής των άμεσων ενισχύσεων. Η πρόταση, ωστόσο, δεν αποτελεί ακόμη οριστικό νομοθετικό πλαίσιο και τελεί υπό έγκριση.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ