Η παγκόσμια ισορροπία που γνωρίσαμε τα τελευταία εβδομήντα χρόνια κλονίζεται και οι βεβαιότητες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκαν η ευρωπαϊκή ευημερία και η διεθνής σταθερότητα υποχωρούν.
Οι μεγάλες δυνάμεις κινούνται πλέον με ωμή γεωπολιτική λογική, επαναχαράσσουν σφαίρες επιρροής και επαναφέρουν τη δύναμη ως βασικό εργαλείο πολιτικής. Η γεωπολιτική αστάθεια δεν είναι παροδικό φαινόμενο αλλά ουσιαστική μεταβολή του διεθνούς συστήματος, ενώ οι διεθνείς θεσμοί που λειτούργησαν ως μηχανισμοί εξισορρόπησης εμφανίζονται ανήμποροι να επιβάλουν κανόνες.
Σε αυτό το νέο περιβάλλον η Ευρώπη οφείλει να αποφασίσει αν θα παραμείνει παρατηρητής ή αν θα εξελιχθεί σε αυτόνομο γεωπολιτικό πόλο.
Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών βρίσκεται αντιμέτωπος με κρίση κύρους και αποτελεσματικότητας, καθώς το Συμβούλιο Ασφαλείας αδυνατεί να επιβάλει λύσεις, λόγω αμερικανικών παρεμβάσεων σε μεγάλες συγκρούσεις και τα βέτο των ισχυρών παγώνουν κρίσιμες αποφάσεις.
Η διεθνής νομιμότητα υποχωρεί μπροστά στην πολιτική σκοπιμότητα και τα μικρά και μεσαία κράτη βλέπουν τα περιθώρια διπλωματικής προστασίας να περιορίζονται. Το κενό που δημιουργείται δεν μένει ουδέτερο αλλά καλύπτεται από τις μεγάλες δυνάμεις (ΗΠΑ – Ρωσία – Κίνα) σε βάρος όμως των υπολοίπων χωρών.
Παράλληλα η συνοχή του ΝΑΤΟ δοκιμάζεται, διότι η συμμαχία που βασίστηκε σε κοινή στρατηγική αντίληψη να υπάρχει αμερικανική εγγύηση ασφάλειας και αντίστοιχα η Ευρώπη να στηρίζει το διεθνή ρόλο του δολαρίου και της πολιτικής ηγεμονίας των ΗΠΑ, ανατρέπεται από την πολιτική του Προέδρου Τράμπ.
Η πιθανή αποδυνάμωση της διατλαντικής συνοχής θα μεταβάλλει δραστικά τις ισορροπίες ασφαλείας στην Ευρώπη, αυξάνοντας την αίσθηση έκθεσης σε κράτη της ανατολικής πτέρυγας και οδηγώντας σε υψηλότερους αμυντικούς προϋπολογισμούς που θα περιορίσουν κοινωνικές και αναπτυξιακές δαπάνες.
Από την άλλη μια ουσιαστική αντίδραση της Ευρώπης θα οδηγήσει μαθηματικά σε κατάρρευση της αμερικανικής οικονομίας, με συνέπειες για την παγκόσμια αγορά.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί το μεγαλύτερο εγχείρημα ειρηνικής και οικονομικής ολοκλήρωσης της ηπείρου, καθώς η ενιαία αγορά και το κοινό νόμισμα δημιούργησαν ευημερία και σταθερότητα για δεκαετίες. Ωστόσο οι εσωτερικές ανισορροπίες παραμένουν έντονες, αφού διαφορετικά παραγωγικά μοντέλα, άνισες δημοσιονομικές δυνατότητες και αποκλίνουσες ενεργειακές ανάγκες δυσκολεύουν τη λήψη κοινών αποφάσεων και ενισχύουν τις εθνικές περιχαρακώσεις.
Επιπρόσθετα, επιβαρύνει την κατάσταση η ενθάρρυνση ορισμένων χωρών από τις ΗΠΑ, για ενίσχυση και υποστήριξη των αντιθέσεων που εκφράζουν ορισμένες χώρες εντός της ΕΕ.
Η γεωπολιτική αστάθεια και η συμπεριφορά των μεγάλων δυνάμεων προκαλούν και σοβαρές οικονομικές διαταραχές, επειδή οι κυρώσεις, οι εμπορικοί πόλεμοι, οι ενεργειακές αναταράξεις και οι νομισματικές συγκρούσεις αυξάνουν την αστάθεια στις αγορές.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ευκαιρίες κερδοφορίας για λίγους που διαθέτουν πρόσβαση σε δίκτυα, ενέργεια και τεχνολογική υπεροχή, ενώ ταυτόχρονα διαβρώνει τα εισοδήματα των πολιτών, αυξάνει το κόστος ζωής και διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες σε όλες τις χώρες. Η αβεβαιότητα λειτουργεί ως μηχανισμός αναδιανομής υπέρ των ισχυρών και εις βάρος της κοινωνικής συνοχής.
Σε περίπτωση περαιτέρω αποδυνάμωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οικονομικό κόστος θα ήταν ιδιαίτερα βαρύ, διότι η εσωτερική αγορά θα αντιμετώπιζε νέα εμπόδια, οι εφοδιαστικές αλυσίδες θα διαταράσσονταν και το κοινό νόμισμα θα δεχόταν πιέσεις. Οι επενδύσεις θα περιορίζονταν λόγω έλλειψης προβλεψιμότητας και η Ευρώπη θα κινδύνευε να μετατραπεί σε πεδίο ανταγωνισμού τρίτων δυνάμεων, χάνοντας τη δυνατότητα αυτόνομης στρατηγικής δράσης.
Η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή δεν είναι μία ακόμη περιφερειακή ανάφλεξη που θα εκτονωθεί μερικώς και θα ξεχαστεί. Είναι μια δοκιμασία αντοχής για τη διεθνή αρχιτεκτονική ασφάλειας και ταυτόχρονα ένας πολλαπλασιαστής οικονομικού κινδύνου για την Ευρώπη.
Σε έναν κόσμο όπου περίπου το 20% της παγκόσμιας ροής πετρελαίου διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ και σημαντικό μέρος του LNG περνά από θαλάσσιες ζώνες υψηλού κινδύνου, η γεωπολιτική μεταφράζεται ακαριαία σε τιμές, επιτόκια και δημόσιο χρέος.
Αν η τιμή του Brent σταθεροποιηθεί σε υψηλότερα επίπεδα για έξι μήνες, η παγκόσμια ανάπτυξη μπορεί να περιοριστεί ή να μειωθεί κατά μισή μονάδα τουλάχιστον. Κάθε αύξηση 10 δολαρίων στο βαρέλι πετρελαίου, μειώνει το παγκόσμιο ΑΕΠ κατά 0,2 μονάδες.
Για την ευρωζώνη, που ήδη κινείται γύρω από το 1%, αυτό θα ισοδυναμούσε με οριακή στασιμότητα. Η Ευρώπη παραμένει καθαρός εισαγωγέας ενέργειας και εκτεθειμένη σε διαταραχές εφοδιασμού. Το 2022, όταν οι τιμές φυσικού αερίου ξεπέρασαν τα 300 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ο πληθωρισμός άγγιξε σχεδόν το 10%. Ένα νέο, μικρότερο αλλά επίμονο σοκ θα αρκούσε για να κρατήσει τον πληθωρισμό πάνω από τον στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, για πολύ περισσότερο από όσο αντέχει πολιτικά η ήπειρος.
Οι δημοσιονομικές συνέπειες είναι εξίσου σοβαρές. Το δημόσιο χρέος της ευρωζώνης κινείται κοντά στο 90% του ΑΕΠ, ενώ σε ορισμένες χώρες υπερβαίνει το 140%. Με επιτόκια υψηλότερα κατά δύο ή τρεις ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με την προηγούμενη δεκα-ετία, κάθε νέα έκδοση χρέους είναι ακριβότερη.
Αν οι αμυντικές δαπάνες αυξηθούν κατά μισή ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ λόγω γεωπολιτικής πίεσης, το πρόσθετο κόστος τόκων σε ορίζοντα πενταετίας θα είναι πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Η συζήτηση επίσης για 2% του ΑΕΠ στο ΝΑΤΟ έχει ήδη ξεπεραστεί από την πραγματικότητα. Η τάση κινείται προς το 3%, χωρίς να υπάρχει ξεκάθαρη στρατηγική απόσβεσης αυτού του κόστους.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιμένει να αντιμετωπίζει κάθε κρίση αποσπασματικά. Ενεργειακή κρίση, προσωρινές επιδοτήσεις. Πανδημία, προσωρινό ταμείο ανάκαμψης. Πόλεμος, έκτακτες ρήτρες ευελιξίας. Η έλλειψη μόνιμης κοινής αμυντικής και ενεργειακής πολιτικής αυξάνει το μακροπρόθεσμο κόστος. Η Ευρώπη δαπανά συνολικά σημαντικά ποσά για άμυνα, αλλά με κατακερματισμένα εθνικά προγράμματα που στερούνται οικονομιών κλίμακας.
Στον τομέα της ενέργειας, η πρόοδος στις ανανεώσιμες πηγές είναι υπαρκτή αλλά όχι επαρκής για να μειώσει δραστικά την εξάρτηση από ασταθείς περιοχές μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Η γεωπολιτική αστάθεια λειτουργεί και μέσω των αγορών συναλλάγματος. Σε περιόδους έντασης, το δολάριο ενισχύεται. Ένα ασθενέστερο ευρώ σημαίνει ακριβότερες εισαγωγές ενέργειας και πρώτων υλών. Ο συνδυασμός υψηλών τιμών πετρελαίου και ισχυρού δολαρίου αποτελεί διπλό πλήγμα για την ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Αν τα ασφάλιστρα κινδύνου στη ναυσιπλοΐα αυξηθούν κατά 30 ή 40%, το κόστος μεταφοράς θα επιβαρύνει άμεσα τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Σε μια περίοδο που η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα ήδη δοκιμάζεται λόγω των επιδοτήσεων των ΗΠΑ στη βιομηχανία τους, σε συνδυασμό με το φθηνότερο ενεργειακό τους κόστος, η πίεση στην Ευρώπη θα ενταθεί.
Το συμπέρασμα είναι αυστηρό και αναπόφευκτο. Η μεγαλύτερη απειλή για τη Δύση δεν είναι μόνο η στρατιωτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή. Είναι η σταδιακή διάβρωση της θεσμικής και οικονομικής της βάσης από τις ΗΠΑ. Αν ο ΟΗΕ αποδυναμωθεί περαιτέρω και αν η συνοχή του ΝΑΤΟ εξαρτάται αποκλειστικά από την εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ, τότε η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμένει παθητικός αποδέκτης εξελίξεων.
Η γεωπολιτική αβεβαιότητα δεν είναι παροδική. Είναι το νέο κανονικό. Όποιος δεν επενδύσει τώρα σε στρατηγική αυτονομία, ενεργειακή ασφάλεια και θεσμική εμβάθυνση θα πληρώσει αργότερα πολύ υψηλότερο τίμημα. Η Ευρώπη έχει ακόμη την οικονομική δυνατότητα να προσαρμοστεί.
Το ερώτημα είναι αν διαθέτει την πολιτική βούληση.
* Ο Μιχάλης Σάλλας είναι πρόεδρος του Lyktos Group, επίτιμος πρόεδρος της Tράπεζας Πειραιώς, πρώην καθηγητής Πανεπιστημίου. Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο Βήμα της Κυριακής.