Πώς χάνεται η ευκαιρία για μειωμένη εξωτερική εξάρτηση

Η χαμηλή διοχέτευση κεφαλαίων στην πραγματική οικονομία και η απουσία μόνιμου αναπτυξιακού εργαλείου περιορίζουν τη δυνατότητα αλλαγής παραγωγικού μοντέλου. Ο ρόλος της Αναπτυξιακής Τράπεζας. Γράφει ο Βαγγέλης Πιλάλης.

Δημοσιεύθηκε: 11 Μαΐου 2026 - 07:25

Load more

Η αναπτυξιακή στρατηγική που σχεδιάζεται για την επόμενη δεκαετία αγνοεί το πιο σοβαρό όριο της ελληνικής οικονομίας: την εξωτερική της θέση.

Η Καθαρή Διεθνής Επενδυτική Θέση (ΚΔΕΘ) αποτυπώνει τη διαφορά ανάμεσα στα χρηματοοικονομικά στοιχεία που κατέχουν οι κάτοικοι Ελλάδας στο εξωτερικό και στις απαιτήσεις μη κατοίκων έναντι της ελληνικής οικονομίας.

Στο τέλος του 2025, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, η ΚΔΕΘ της χώρας βρισκόταν στο -136,8% του ΑΕΠ. Το όριο του ευρωπαϊκού μηχανισμού μακροοικονομικών ανισορροπιών είναι -35%. Η Ελλάδα το υπερβαίνει σχεδόν τέσσερις φορές.

Η σύγκριση με την υπόλοιπη ευρωζώνη είναι αποκαλυπτική. Γερμανία, Βέλγιο και Ολλανδία εμφανίζονται ως καθαροί πιστωτές. Άλλες χώρες του Νότου έχουν αρνητική θέση, αλλά μικρότερης έντασης. Η Ελλάδα ξεχωρίζει αρνητικά. Το ευρώ συγκαλύπτει εσωτερικές ασυμμετρίες που αλλιώς θα είχαν ήδη μετατραπεί σε συναλλαγματική πίεση.

 

Πριν προχωρήσουμε, χρειάζεται μια διευκρίνιση. Μέρος των θετικών διεθνών θέσεων οικονομιών συνδέεται με φορολογικές έδρες και phantom FDI: άμεσες ξένες επενδύσεις που περνούν από εταιρείες-κέλυφος ή ενδιάμεσες οντότητες, χωρίς εργοστάσια ή παραγωγική δραστηριότητα. Φουσκώνουν στατιστικά τις διεθνείς απαιτήσεις και υποχρεώσεις. Η ελληνική περίπτωση δεν εξηγείται κυρίως από τέτοιες εγγραφές, αλλά από πραγματικές εξωτερικές υποχρεώσεις.

Οι ελληνικές υποχρεώσεις είναι θεσμικά διαρθρωμένα χρέη: TARGET2, GLF, EFSF, ESM, τίτλοι σε χέρια μη κατοίκων ή του Ευρωσυστήματος. Διαφέρουν νομικά, αλλά είναι όλες πραγματικές εξωτερικές θέσεις, όχι transit λογιστικά κατάλοιπα. Σε αυτές προστίθενται και ροές από τιτλοποιήσεις του «Ηρακλή» προς διεθνείς επενδυτές.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Ταμείο Ανάκαμψης είχε για τη χώρα μας στρατηγική σημασία. Τα 35,95 δισ. ευρώ του ελληνικού πακέτου, περίπου 16,3% του ΑΕΠ, είναι το σημαντικότερο εξωτερικό κεφάλαιο που διαχειρίστηκε η Ελλάδα στη μεταπολίτευση, είτε ως επιχορήγηση, είτε ως δανεισμός υπό προνομιακούς όρους. Η επίσημη εικόνα μιλά για υψηλή απορρόφηση. Η ουσιαστική εικόνα είναι πιο προβληματική.

Η πρώτη αποτυχία είναι η απόσταση ανάμεσα στην εκταμίευση προς το Δημόσιο και στη διοχέτευση προς την πραγματική οικονομία. Έως τον Φεβρουάριο του 2026 είχαν φτάσει στις επιχειρήσεις μόλις 5,6 δισ. ευρώ δανειακών πόρων, ενώ άνω των 6 δισ. παρέμεναν αδρανή σε λογαριασμούς της Γενικής Κυβέρνησης στην Τράπεζα της Ελλάδος. Είναι φανερό ότι η λογιστική απορρόφηση δεν ισοδυναμεί με παραγωγική επένδυση.

 

Αυτή η καθυστέρηση έχει και δημοσιονομική παρενέργεια. Το υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα του 2025 οφείλεται και σε συγκράτηση δαπανών, στην οποία περιλαμβάνονται καθυστερημένες εκταμιεύσεις του RRF. Με απλά λόγια, μέρος της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης στηρίζεται σε κεφάλαια που δεν έχουν ακόμη δουλέψει στην οικονομία. Παράλληλα, η πλήρης υλοποίηση πρέπει να κλείσει εντός του αυστηρού ευρωπαϊκού χρονοδιαγράμματος του 2026.

Η δεύτερη αποτυχία αφορά την κατεύθυνση των πόρων. Πάνω από το 80% των δανείων ΤΑΑ που έχουν συμβασιοποιηθεί μέσω τραπεζών συγκεντρώνεται σε ενέργεια, τουρισμό και βιομηχανία/μεταποίηση.

Πρόκειται για κλάδους σημαντικούς, όχι όμως επαρκείς για να αλλάξουν τη δομή της εξωτερικής θέσης. Ο αγροδιατροφικός τομέας, η μεσαία τεχνολογία, οι εξαγωγικές υπηρεσίες γνώσης και η αξιοποίηση κενού οικιστικού αποθέματος παραμένουν υποεκπροσωπημένα.

 

Η συγκέντρωση αυτή δεν είναι ουδέτερη. Όταν οι πόροι κατευθύνονται κυρίως σε μεγάλους ισολογισμούς, ώριμα έργα και κλάδους με ισχυρή τραπεζική πρόσβαση, το Ταμείο λειτουργεί περισσότερο ως επιταχυντής του υφιστάμενου μοντέλου, παρά ως μηχανισμός αναδιάρθρωσης. Έτσι, η χώρα μπορεί να εμφανίζει υψηλές δεσμεύσεις πόρων, χωρίς να δημιουργεί την παραγωγική βάση που απαιτείται για να μειωθεί η εξωτερική της εξάρτηση.

Το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο προσφέρει διέξοδο. Η Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «NextGenerationEU - The road to 2026» προβλέπει ρητά τη δυνατότητα κεφαλαιακών εισφορών σε Εθνικές Αναπτυξιακές Τράπεζες, υπό προϋποθέσεις: στρατηγική ευθυγράμμιση, αναγνωρισμένες ανάγκες αγοράς και ικανότητα επέκτασης δραστηριότητας. Αναφέρει μάλιστα τομείς όπως βιομηχανική απανθρακοποίηση, ενεργειακή μετάβαση, προσιτή στέγαση, πρόσβαση σε κεφάλαιο, ασφάλεια και άμυνα.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι χρηματοδοτούνται οι συγκεκριμένοι κλάδοι. Το πρόβλημα είναι ότι απουσιάζει ο θεσμός που θα κατευθύνει συστηματικά κεφάλαια εκεί όπου η αγορά αποτυγχάνει: σε μικρότερες επιχειρήσεις, σε παραγωγικές συστάδες, σε τεχνολογική αναβάθμιση και σε επενδύσεις με μεγαλύτερο χρόνο ωρίμανσης. Χωρίς τέτοιο μηχανισμό, το RRF κινδυνεύει να απορροφηθεί χωρίς να αφήσει μόνιμη αναπτυξιακή υποδομή.

Η Ελλάδα διαθέτει πλέον τον θεσμικό βραχίονα. Η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα ολοκληρώνει την πιστοποίηση Pillar Assessment, που της επιτρέπει να λειτουργήσει ως εταίρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Όπως έχει δηλώσει ο πρόεδρός της, η πιστοποίηση μπορεί να της επιτρέψει να διαχειριστεί αδιάθετους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης ακόμη και μετά τις 31 Αυγούστου 2026. Αυτό που λείπει δεν είναι η τεχνική προετοιμασία, αλλά η πολιτική επιλογή.

Η συζήτηση δεν ξεκινά από μηδενική βάση. Έχει ήδη τεθεί η ιδέα συγκρότησης Ενιαίου Επενδυτικού Πόλου με επικεφαλής την ΕΑΤ, ο οποίος θα μπορούσε να συνδυάσει μέρος του ταμειακού αποθέματος του Δημοσίου, σταθερή ροή από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, αδιάθετα δάνεια του RRF και, σε δεύτερο χρόνο, επιλεγμένα στοιχεία δημόσιας χρηματοοικονομικής περιουσίας. Η τρέχουσα συγκυρία κάνει κρίσιμη ιδίως την τρίτη πηγή, επειδή το παράθυρο του RRF κλείνει.

Η κρίσιμη διάκριση είναι ανάμεσα στη διαχείριση πόρων μέσω της ΕΑΤ και στην κεφαλαιακή ενίσχυση της ίδιας της ΕΑΤ. Άλλο να περάσουν προγράμματα μέσα από την τράπεζα και άλλο να ενισχυθεί η κεφαλαιακή της βάση, ώστε να λειτουργεί μόνιμα ως αναπτυξιακός πολλαπλασιαστής. Μια εισφορά 2-3 δισ. ευρώ από αδιάθετους ή ανακατευθυνόμενους πόρους του RRF θα μπορούσε να αποτελέσει τον πρώτο πυρήνα ενός Ενιαίου Επενδυτικού Πόλου.

Η λογική δεν είναι να υποκατασταθούν οι εμπορικές τράπεζες. Είναι να αποκτήσει το κράτος έναν θεσμικό μηχανισμό επιμερισμού κινδύνου, συγχρηματοδότησης και εγγυήσεων εκεί όπου η ιδιωτική τραπεζική δεν αναλαμβάνει εύκολα μακροπρόθεσμο παραγωγικό ρίσκο.

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αγροδιατροφή, ενεργειακή αναβάθμιση και ανακαίνιση κενών κατοικιών, για home equity release, για βιομηχανικές αλυσίδες αξίας και επενδύσεις με κοινωνική απόδοση που δεν αποτυπώνεται άμεσα σε τραπεζικά μοντέλα πιστοληπτικής αξιολόγησης.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η ΕΑΤ δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως απλός διαχειριστής προγραμμάτων, αλλά ως αναπτυξιακός ισολογισμός. Η αξία της δεν βρίσκεται μόνο στο να εκταμιεύει πόρους, αλλά στο να διαμορφώνει αγορές που σήμερα παραμένουν ρηχές, αποσπασματικές ή υπερβολικά επικίνδυνες για την ιδιωτική πίστωση.

Μια τέτοια επιλογή θα είχε τρία πλεονεκτήματα. Πρώτον, θα μετέτρεπε προσωρινούς ευρωπαϊκούς πόρους σε μόνιμη θεσμική ικανότητα χρηματοδότησης. Δεύτερον, θα δημιουργούσε εργαλείο για τομείς που δεν εξυπηρετούνται επαρκώς από τη συμβατική τραπεζική λογική. Τρίτον, θα έδινε στη χώρα τρόπο να στηρίξει παραγωγικές επενδύσεις χωρίς να αναπαράγει απλώς το υπάρχον μοντέλο τουρισμού, ενέργειας και εισαγόμενης κατανάλωσης.

Η επιλογή είναι πολιτική, όχι τεχνική. Η αρνητική εξωτερική θέση δεν θα διορθωθεί με λογιστική απορρόφηση, πρόωρες αναχρηματοδοτούμενες αποπληρωμές ή αμυντικές δαπάνες χωρίς εξαγωγικό αποτύπωμα. Θα διορθωθεί μόνο αν αλλάξει η σύνθεση του ΑΕΠ προς εξαγώγιμα προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας. Το RRF, ως κεφαλαιακή ενίσχυση μιας λειτουργικής ΕΑΤ, είναι η πιο καθαρή διαθέσιμη εκδοχή τέτοιου εργαλείου.

Το ζήτημα είναι αν οι τελευταίοι διαθέσιμοι πόροι θα υπηρετήσουν βραχυπρόθεσμο στόχο απορρόφησης ή θα μετατραπούν σε εργαλείο μετά το 2026. Στην πρώτη περίπτωση η χώρα κλείνει λογιστικά το πρόγραμμα. Στη δεύτερη αποκτά μηχανισμό που συνδέει ευρωπαϊκούς πόρους, εγγυήσεις, δημόσιες επενδύσεις και τραπεζική μόχλευση σε ενιαία παραγωγική στρατηγική.

Η αίτηση αναμόρφωσης του Σχεδίου αναμένεται να υποβληθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντός Μαΐου 2026. Αν το τελικό σχέδιο περιοριστεί σε διάσπαρτα προγράμματα και δεν περιλάβει θεσμική κεφαλαιοποίηση της ΕΑΤ, η κυβέρνηση θα έχει επιλέξει τη διασπορά αντί της μόνιμης αναπτυξιακής υποδομής.

Η επιλογή θα κριθεί όχι από τα ratings του 2026, αλλά από την εξωτερική θέση της ελληνικής οικονομίας τη δεκαετία του 2030.

 

* Ο Βαγγέλης Πιλάλης είναι οικονομολόγος, πρώην μέλος ΔΣ της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων