Ο εξωτερικός έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων των επιχειρήσεων από ανεξάρτητες ελεγκτικές εταιρείες διαδραματίζει κομβικό ρόλο στην εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας και των χρηματιστηριακών αγορών.
Συμβάλλει στη διασφάλιση της αξιοπιστίας της λογιστικής και χρηματοοικονομικής πληροφόρησης και στην εδραίωση κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των επενδυτών, των δανειστών και των μελών της ανώτερης διοίκησης των επιχειρήσεων.
Η ενότητα των Σημαντικότερων Θεμάτων Ελέγχου (ΣΘΕ / Key Audit Matters) εντάχθηκε στην έκθεση ελέγχου των εξωτερικών ελεγκτών το 2016 (Διεθνές Πρότυπο Ελέγχου 701) και αφορά τις εισηγμένες εταιρείες σε χρηματιστηριακές αγορές και τις λοιπές οντότητες δημοσίου συμφέροντος.
Στην ενότητα αυτή, οι ελεγκτές περιγράφουν τα κυριότερα θέματα που τους απασχόλησαν κατά τη διάρκεια του ελεγκτικού τους έργου και τα οποία απαίτησαν άσκηση αυξημένου βαθμού επαγγελματικής κρίσης από τη μεριά τους.
Τα ΣΘΕ είναι, λοιπόν, τα θέματα εκείνα που βασίζονται σε εκτιμήσεις εκ μέρους της διοίκησης και συνεπώς απαιτούν σημαντικό βαθμό προσοχής λόγω της πολυπλοκότητάς τους και του κινδύνου πρόκλησης ουσιώδους ανακρίβειας στις οικονομικές καταστάσεις των επιχειρήσεων.
Ωστόσο, πως επιδρά η αλλαγή της ελεγκτικής εταιρείας στην αναφορά των ΣΘΕ και ποια είναι η προβλεπτική ικανότητα τους στην έγκαιρη επισήμανση προβλημάτων, που ενδεχομένως να οδηγήσουν σε διορθώσεις και αναδιατυπώσεις των οικονομικών καταστάσεων των επιχειρήσεων;
Τα ερωτήματα αυτά είναι κριτικής σημασίας για τη λήψη αποφάσεων από τους επενδυτές στο πλαίσιο των σύγχρονων χρηματιστηριακών αγορών.
Σε πρόσφατη έρευνά μας, μελετήσαμε την επίδραση της αλλαγής της ελεγκτικής εταιρείας στον αριθμό των ΣΘΕ, που αναφέρει ο εξωτερικός ελεγκτής στην έκθεσή του. Η έρευνα στηρίχθηκε σε ένα μεγάλο δείγμα μεγάλων, μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων, εισηγμένων στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου.
Σύμφωνα με τα εμπειρικά ευρήματα, η αλλαγή της ελεγκτικής εταιρείας αυξάνει τον αριθμό των ΣΘΕ κατά το έτος της αλλαγής. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται κυρίως σε μεσαίες και μικρότερες επιχειρήσεις, που δεν συμπεριλαμβάνονται στον δείκτη FTSE 100.
Το συγκεκριμένο εύρημα συμφωνεί με το φαινόμενο, που η σχετική βιβλιογραφία αποκαλεί “fresh look” effect: η νέα ελεγκτική εταιρεία φέρνει μια νέα (φρέσκια) οπτική προσέγγισης του ελέγχου, εντοπίζοντας περισσότερα κρίσιμα ζητήματα. Το εύρημα αυτό δεν ισχύει για τις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις του δείκτη FTSE 100, οι οποίες διαθέτουν επιχειρησιακά ώριμο περιβάλλον και καλύτερη εταιρική διακυβέρνηση.
Παράλληλα, στις επιχειρήσεις αυτές οι αλλαγές των ελεγκτών είναι συνήθως μεταξύ των Big 4 ελεγκτικών εταιρειών. Η εικόνα αλλάζει στις μεσαίες και μικρότερες σε μέγεθος εισηγμένες επιχειρήσεις, που συμπεριλαμβάνονται στα τμήματα της χρηματιστηριακής αγοράς του Λονδίνου του Main Market (εκτός FTSE 100) και AIM. Εδώ η αλλαγή της ελεγκτικής εταιρίας συνεπάγεται αύξηση του πλήθους των ΣΘΕ, καταδεικνύοντας ότι ο νεοεισερχόμενος εξωτερικός ελεγκτής αντιμετωπίζει με μεγαλύτερο σκεπτικισμό τις κρίσεις της διοίκησης της επιχείρησης.
Αναφορικά με την προβλεπτική ικανότητα των ΣΘΕ, εξετάσαμε τον βαθμό στον οποίο η αναφορά σχετικών ΣΘΕ μπορεί να προσφέρει έγκαιρες ενδείξεις για μελλοντικές διορθώσεις / αναδιατυπώσεις οικονομικών καταστάσεων, που αναφέρονται σε λογιστικά θέματα επιχειρηματικών συνενώσεων. Οι επιχειρηματικές συνενώσεις αποτελούν στρατηγικές αποφάσεις της διοίκησης της επιχείρησης και συνήθως περιλαμβάνουν πολύπλοκες λογιστικές εκτιμήσεις και υψηλό κίνδυνο πραγματοποίησης σφαλμάτων.
Για την πραγματοποίηση της μελέτης χρησιμοποιήσαμε και πάλι ένα μεγάλο δείγμα εισηγμένων επιχειρήσεων στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου. Με βάση τα εμπειρικά ευρήματά, τα ΣΘΕ, που σχετίζονται με επιχειρηματικές συνενώσεις, προσφέρουν πρώιμες ενδείξεις κινδύνου και αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα μιας μελλοντικής διόρθωσης των οικονομικών καταστάσεων για σχετικά λογιστικά θέματα, που αναφέρονται σε συγχωνεύσεις και εξαγορές.
Το εύρημα αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι ο λογιστικός χειρισμός των επιχειρηματικών συνενώσεων απαιτεί περίπλοκες εκτιμήσεις εκ μέρους της διοίκησης της επιχείρησης για θέματα, όπως ο προσδιορισμός της εύλογης αξίας του καθαρού ενεργητικού της αποκτώμενης εταιρείας, η εκτίμηση του μεγέθους της υπεραξίας απόκτησης, κλπ.
Η πλειονότητα των εισηγμένων εταιρειών στις σύγχρονες χρηματιστηριακές αγορές πραγματοποιεί τις απαραίτητες προσαρμογές που προτείνουν οι εξωτερικοί ελεγκτές και λαμβάνει σύμφωνη γνώμη επί των οικονομικών καταστάσεών της.
Η ενότητα των ΣΘΕ της έκθεσης ελέγχου είναι ένα από τα λίγα σημεία που διαφοροποιούν τις εκθέσεις μεταξύ εταιρειών με σύμφωνη (ανεπιφύλακτη) γνώμη ελέγχου. Συνεπώς, οι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων (π.χ. επενδυτές) θα πρέπει να μελετούν προσεκτικά τα ΣΘΕ, προκειμένου να κατανοήσουν τα κριτικής σημασίας λογιστικά και ελεγκτικά θέματα, που απασχόλησαν τον εξωτερικό ελεγκτή κατά την εκτέλεση του ελεγκτικού του έργου.
Στο παρόν άρθρο μελετήσαμε δυο εκφάνσεις της σύγχρονης βιβλιογραφίας που αναφέρονται: α) στην επίδραση της αλλαγής της ελεγκτικής εταιρείας στον αριθμό των αναφερόμενων ΣΘΕ και β) στην προβλεπτική ικανότητα των ΣΘΕ να λειτουργήσουν ως πρώιμα σημάδια κινδύνου μελλοντικών λογιστικών προβλημάτων, διορθώσεων και αναδιατυπώσεων στις οικονομικές καταστάσεις των επιχειρήσεων.
Η σχετική βιβλιογραφία αναδεικνύει την πολύπλευρη προσφορά των ΣΘΕ στην ποιότητα της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης. Συνεπώς αξίζει να τύχει της απαραίτητης προσοχής τόσο από τους εξωτερικούς ελεγκτές όσο και από τους επενδυτές, χρηματοοικονομικούς αναλυτές και λοιπούς χρήστες των οικονομικών καταστάσεων για την καλύτερη λήψη αποφάσεων.
* O κ. Ευθύμιος Δεμοιράκος είναι αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών
Ο κ. Χαράλαμπος Μπριλάκης είναι Υποψ. Διδάκτωρ στο Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών