Παρακολουθώ στενά τις εξελίξεις στον Ινδο-Ειρηνικό και τον αντίκτυπό τους στην Ευρώπη και την Ελλάδα, ως μέλος της επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά και των αντιπροσωπειών για τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, την Ινδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις χώρες της ΝΑ Ασίας.
Υποστηρίζω ότι η προσέγγιση ΕΕ - Ινδίας, όπως επίσης και Ελλάδας - Ινδίας, μπορεί να διαμορφώσει νέες γεωπολιτικές ισορροπίες επωφελείς για την πατρίδα μας, να θωρακίσει την ασφάλεια στην περιοχή και να ενισχύσει την φθίνουσα ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Συγκεκριμένα:
Οικονομία, γεωοικονομία και ανταγωνιστικότητα
Η Ινδία δεν είναι πλέον απλώς μια ανερχόμενη δύναμη. Είναι ήδη ένας από τους βασικούς πυλώνες του νέου διεθνούς συστήματος που διαμορφώνεται μπροστά στα μάτια μας. Με πληθυσμό που αγγίζει το 1,5 δισεκατομμύριο ανθρώπους, ΑΕΠ άνω των 4,1 τρισεκατομμυρίων δολαρίων και ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης που προσεγγίζει το 6,5% για το 2026, αποτελεί μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες μεγάλες οικονομίες του πλανήτη. Ταυτόχρονα, ως η μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου και ως δύναμη που δεσπόζει στον Ινδικό Ωκεανό, κατέχει κομβική θέση στη γεωπολιτική εξίσωση του 21ου αιώνα.
Η γεωγραφία της Ινδίας είναι εξίσου σημαντική με την οικονομία της. Ελέγχει κρίσιμες θαλάσσιες οδούς εμπορίου και ενέργειας, ενώ η γειτνίασή της με την Κίνα και το Πακιστάν την καθιστά βασικό παράγοντα σταθερότητας στον Ινδο-Ειρηνικό. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση στρέφεται πλέον με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα προς το Νέο Δελχί.
Η Ευρώπη βλέπει στην Ινδία έναν αξιόπιστο στρατηγικό εταίρο σε ένα ολοένα πιο ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Η ενίσχυση των σχέσεων με την Ινδία συμβάλλει στη διαφοροποίηση των εφοδιαστικών αλυσίδων, στη διαφοροποίηση από την κινεζική παραγωγή και στη δημιουργία νέων ευκαιριών για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στη μεγαλύτερη αγορά του κόσμου.
Από την άλλη πλευρά, και η Ινδία έχει κάθε λόγο να επιδιώκει στενότερη συνεργασία με την Ευρώπη. Το εμπορικό της έλλειμμα με την Κίνα υπερβαίνει τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, γεγονός που δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για την οικονομική της αυτονομία και την εθνική της ασφάλεια.
Πρόκειται, επομένως, για μια στρατηγική σύγκλιση συμφερόντων που υπερβαίνει κατά πολύ το εμπόριο.
Η πρόσφατη Σύνοδος Κορυφής ΕΕ–Ινδίας επιβεβαίωσε αυτή τη νέα πραγματικότητα με την υιοθέτηση της Κοινής Ολοκληρωμένης Στρατηγικής Ατζέντας, η οποία καλύπτει πέντε βασικούς άξονες: ευημερία και βιωσιμότητα, τεχνολογία και καινοτομία, ασφάλεια και άμυνα, συνδεσιμότητα και παγκόσμιες προκλήσεις, καθώς και κινητικότητα, δεξιότητες και διαπροσωπικές σχέσεις.
Στην αντιπροσωπεία για τις σχέσεις ΕΕ-Ινδίας παρακολουθούμε από κοντά τις προσπάθειες εμβάθυνσης αυτής της συνεργασίας. Εστιάζουμε ιδιαιτέρως στον τομέα της τεχνολογίας, όπου Ευρώπη και Ινδία διαθέτουν συμπληρωματικά πλεονεκτήματα. Η συνεργασία στην έρευνα, στην καινοτομία, στις κρίσιμες τεχνολογίες και στην ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία σε μια εποχή έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι πού βρίσκεται η Ελλάδα σε αυτόν τον νέο στρατηγικό χάρτη.
Η Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ινδίας, η οποία εύλογα χαρακτηρίζεται ως «η μητέρα όλων των συμφωνιών», αν και δεν έχει κυρωθεί ακόμα, αναμένεται να δημιουργήσει τεράστιες ευκαιρίες.
Ωστόσο, η έγνοια μας πρέπει να είναι, οι ωφέλειες να μην κατευθυνθούν αποκλειστικά ή κυρίως προς τις ισχυρές βιομηχανικές οικονομίες της Βόρειας Ευρώπης, ιδίως σε κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και ο βιομηχανικός εξοπλισμός, τομείς στους οποίους δυστυχώς η Ελλάδα έχει πενιχρή συμμετοχή.
Η Ελλάδα δεν πρέπει να παραμείνει θεατής. Υπάρχουν κλάδοι που μπορούν να εκτοξευθούν με κατάλληλες συνέργειες και προγραμματισμό. Για παράδειγμα, η ελληνική φαρμακοβιομηχανία διαθέτει σημαντικές δυνατότητες συνεργασίας με την ινδική αγορά, ιδιαίτερα σε τομείς παραγωγής, έρευνας και ανάπτυξης.
Παράλληλα, ο αγροδιατροφικός τομέας μπορεί να επωφεληθεί σημαντικά από τη σταδιακή άρση εμπορικών εμποδίων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η οινοπαραγωγή, καθώς οι δασμοί στην Ινδία αναμένεται να μειωθούν δραστικά, από το 150% στο 20%, ανοίγοντας μια νέα αγορά για τα ελληνικά προϊόντα ποιότητας.
Χρειάζεται όμως κάτι παραπάνω για να επωφελούμαστε από αυτά τα μεγάλα deal: εθνική στρατηγική. Η Ελλάδα δεν μπορεί να συμμετέχει ισότιμα στη νέα παγκόσμια οικονομία με ένα παραγωγικό μοντέλο που παραμένει εγκλωβισμένο σε μία εσωστρεφή, αντιπαραγωγική και ζημιογόνο για την οικονομία και την κοινωνία, «καρτελοποίημένη» οικονομία που κατατρώει τις παραγωγικές δυνάμεις, με στρεβλώσεις και χαμηλή προστιθέμενη αξία. Έχουμε ανάγκη από ένα νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα που θα συνδέεται με τις εξωτερικές σχέσεις και τπνδιεθνές εμπόριο και θα στηρίζεται στην εξωστρέφεια, στην καινοτομία, στην παραγωγή και στις διεθνείς συνεργασίες.
Ασφάλεια και άμυνα
Ωστόσο, οι σχέσεις Ινδίας-Ελλάδας, αποκτούν σήμερα μια νέα γεωπολιτική βαρύτητα, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ το επίπεδο της διμερούς εμπορικής ή οικονομικής συνεργασίας και εκτείνεται στο πεδίο της ασφάλειας.
Οι χώρες μας μοιράζονται μια κοινή προσήλωση στο Δίκαιο της Θάλασσας και στην αρχή της ειρηνικής επίλυσης διαφορών, γεγονός που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για στενότερο συντονισμό στα διεθνή φόρα. Μια τέτοια σύμπραξη μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής ισχύος, ενισχύοντας τη διεθνή θέση αμφοτέρων των μερών σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων.
Αλλά και σε διμερές επίπεδο, στην εξωτερική πολιτική Αθήνας και Νέου Δελχί εντοπίζεται σημαντική σύγκλιση στρατηγικών συμφερόντων, ιδιαίτερα ως προς την ανάγκη διατήρησης της σταθερότητας, του σεβασμού του διεθνούς δικαίου και της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, ακόμη κι ως αντιστάθμισμα στον άξονα Τουρκίας-Πακιστάν στο περιβάλλον ασφαλείας σε Ανατολική Μεσόγειο και Νότια Ασία. Στο πλαίσιο αυτό, η εμβάθυνση της διμερούς αμυντικής συνεργασίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Πέραν όμως των πιθανών εξοπλιστικών συνεργασιών, όπως η συζήτηση γύρω από το πυραυλικό σύστημα BrahMos, το ουσιαστικό διακύβευμα είναι η μεταφορά τεχνογνωσίας, η συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία και η ανάπτυξη εγχώριων παραγωγικών δυνατοτήτων που θα ενισχύσουν τη στρατηγική αυτονομία της Ελλάδας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα θα μπορούσε να προτείνει τη συμμετοχή της στον υπό διαμόρφωση γαλλο-ινδικό άξονα παραγωγής μαχητικών 6ης γενιάς. Αυτό που σήμερα ακούγεται φιλόδοξο είναι στην πράξη το βήμα του απαραίτητου μετασχηματισμού της εθνικής άμυνας.
Εν κατακλείδι: Ο κόσμος αλλάζει με ταχύτητα. Η Ινδία αναδεικνύεται σε έναν από τους κεντρικούς παίκτες του νέου αιώνα. Οι περισσότερες χώρες τις Ευρώπης το έχουν ήδη αντιληφθεί και κινούνται αναλόγως. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα συμμετάσχει συνδιαμορφώνοντας τις εξελίξεις με πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτές ή αν θα συνεχίσει την εσωστρέφεια.
Ας επιλέξουμε το ρόλο πρωταγωνιστή κι όχι παρατηρητή.
* Ο Νικόλας Φαραντούρης είναι ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ/S&D, μέλος των επιτροπών Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των αντιπροσωπειών για τις σχέσεις με ΗΠΑ, Ινδία, Ηνωμένο Βασίλειο και τις χώρες τις ΝΑ Ασίας. Καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.