Κάποιες αποφάσεις δεν ξεχωρίζουν για το οικονομικό τους μέγεθος, αλλά για το μήνυμα που εκπέμπουν. Ο νέος δασμός των 3 ευρώ που τέθηκε σε εφαρμογή από την 1η Ιουλίου στα μικροδέματα τρίτων χωρών είναι ακριβώς μια τέτοια απόφαση. Δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη άμεση αύξηση τιμών για τον καταναλωτή στις ηλεκτρονικές πλατφόρμες. Σημαίνει, όμως, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει επιτέλους πως η αγορά είχε αφεθεί να λειτουργεί για χρόνια με δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Το μεταβατικό αυτό μέτρο, το οποίο θα ισχύσει έως το 2028, οπότε αναμένεται να ολοκληρωθεί η πλήρης μεταρρύθμιση του ευρωπαϊκού τελωνειακού συστήματος, δεν είναι απλώς μία ακόμη τελωνειακή ρύθμιση που προστίθεται σε έναν ήδη πυκνό κατάλογο ευρωπαϊκών κανονισμών. Είναι μια στιγμή αλήθειας για το πώς αντιλαμβανόμαστε το εμπόριο μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι αριθμοί εξηγούν γιατί χρειάστηκε να φτάσουμε ως εδώ. Το 2025 εισήλθαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδόν 6 δισεκατομμύρια μικροδέματα, όγκος που διπλασιαζόταν κάθε χρόνο από το 2022. Η συντριπτική τους πλειονότητα εισερχόταν χωρίς δασμούς, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό δεν πληρούσε ούτε τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφάλειας που ισχύουν για κάθε προϊόν που διατίθεται νόμιμα στην ευρωπαϊκή αγορά.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν ήταν ποτέ αποκλειστικά φορολογικό. Ήταν ζήτημα προστασίας του καταναλωτή και διασφάλισης ίσων όρων ανταγωνισμού.
Για μια ελληνική επιχείρηση που εισάγει, αποθηκεύει, ελέγχει, ασφαλίζει και διαθέτει ένα προϊόν σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, το προηγούμενο καθεστώς σήμαινε κάτι πολύ συγκεκριμένο: αντιμετώπιζε καθημερινά έναν ανταγωνιστή που λειτουργούσε με σημαντικά ευνοϊκότερους όρους ως προς τις τελωνειακές και κανονιστικές του υποχρεώσεις. Δεν επιβαρυνόταν με το ίδιο διοικητικό κόστος, ούτε υπόκειτο στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υφίστανται οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Ο όρος «ανταγωνισμός» χάνει το νόημά του όταν η μία πλευρά λειτουργεί με κανόνες και η άλλη με εξαιρέσεις.
Το αποτέλεσμα αυτής της ανισορροπίας δεν καταγράφεται μόνο σε στατιστικές κύκλου εργασιών. Καταγράφεται σε κλειστά καταστήματα γειτονιάς, σε επιχειρήσεις που περιόρισαν προσωπικό, σε τοπικές αγορές που έχασαν τη ζωντάνια τους. Κάθε φορά που κλείνει ένα μαγαζί δεν χάνεται μόνο μια επιχειρηματική δραστηριότητα. Χάνεται ένα σημείο αναφοράς για μια γειτονιά, μια πηγή εργασίας για μια οικογένεια, ένας φορολογούμενος που στήριζε δημόσιες υπηρεσίες.
Είναι σημαντικό να μην παρεξηγηθεί η στόχευση αυτού του μέτρου. Δεν πρόκειται για προστατευτισμό, ούτε για περιορισμό των επιλογών του καταναλωτή. Ο καταναλωτής θα συνεχίσει να αγοράζει από όποια πλατφόρμα επιθυμεί, στην τιμή που εκείνη επιλέγει να προσφέρει.
Η επιβάρυνση αφορά την ίδια την πλατφόρμα, η οποία οφείλει να καταβάλει τον σχετικό δασμό στις τελωνειακές αρχές και στη συνέχεια αποφασίζει, όπως κάθε επιχείρηση, αν θα απορροφήσει το κόστος ή θα το ενσωματώσει στην εμπορική της πολιτική. Το ζητούμενο δεν είναι να μπουν φραγμοί στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Είναι να ισχύουν οι ίδιοι κανόνες για όλους όσοι δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή αγορά.
Το ελληνικό εμπόριο δεν χρειάζεται να πείσει για την αξία της αντοχής του. Το απέδειξε μέσα σε δεκαπέντε χρόνια διαδοχικών κρίσεων - δημοσιονομικών, υγειονομικών και ενεργειακών. Σε κάθε μία από αυτές, οι επιχειρήσεις απορρόφησαν σημαντικές αυξήσεις στο κόστος λειτουργίας τους, με σεβασμό στους καταναλωτές και με στόχο να κρατήσουν ζωντανές τις τοπικές αγορές.
Αυτή η αντοχή, όμως, δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται δεδομένη ούτε να υποκαθιστά την υποχρέωση της Πολιτείας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διασφαλίζουν ίσους όρους ανταγωνισμού.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό δεν είναι πόσο φθηνά μπορεί να αγοράζει κανείς ένα προϊόν από την άλλη άκρη του κόσμου. Είναι τι είδους οικονομία θέλουμε να έχουμε γύρω μας σε δέκα χρόνια. Μια οικονομία με ζωντανές αγορές, βιώσιμες επιχειρήσεις, θέσεις εργασίας και επενδύσεις ή μια οικονομία που βασίζεται αποκλειστικά στο χαμηλότερο δυνατό κόστος, χάνοντας σταδιακά την παραγωγική και εμπορική της βάση.
Η συζήτηση που έχει πλέον ανοίξει στην Ευρωπαϊκή Ένωση αφορά το μέλλον του ευρωπαϊκού εμπορίου. Η ΕΣΕΕ θα συνεχίσει να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και να διεκδικεί, με συνέπεια και τεκμηρίωση, ένα απλό αλλά θεμελιώδες αυτονόητο: ίδιους κανόνες για όλους όσοι δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή αγορά.
* Πρόεδρος της ΕΣΕΕ