Ποιος θα πληρώσει το κόστος για την εκπαίδευση της AI

Οι μικρομεσαίες καλούνται να επενδύσουν στην Τεχνητή Νοημοσύνη πριν δουν άμεσα οφέλη. Η αύξηση των συνδρομών, η στήριξη από το κράτος και η εξάρτηση. Γράφουν οι Κυριάκος Τολιάς και Νίκος Καραμπέκιος.

Δημοσιεύθηκε: 13 Ιουλίου 2026 - 07:29

Load more

Η υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) προτάσσεται σήμερα ως ο κύριος μηχανισμός μετασχηματισμού των παραγωγικών επιχειρήσεων. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη διαπίστωση κρύβεται ένα ερώτημα δημόσιας πολιτικής που παραμένει αναπάντητο: ποιος επωμίζεται το κόστος της απαραίτητης καμπύλης εκμάθησης;

Το παρόν άρθρο επιχειρεί να αναδείξει το δίλημμα αυτό και να σκιαγραφήσει τις πιθανές παρεμβάσεις της πολιτείας.

Το δίλημμα και οι τρεις δρώντες

Στο ζήτημα εμπλέκονται τρεις δρώντες: αφενός οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις· αφετέρου δύο κατηγορίες επιχειρήσεων — εκείνες που επιδιώκουν να αξιοποιήσουν την ΤΝ για σκοπούς επιχειρηματικής ανάπτυξης και εκείνες που παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες ΤΝ. Το κρίσιμο ερώτημα διατυπώνεται ως εξής: πώς και, κυριότερα, ποιος θα αντισταθμίσει το κόστος χρήσης της ΤΝ από τους εργαζομένους, όταν αυτό αποτελεί ουσιαστικό μερίδιο του επιχειρηματικού προϋπολογισμού;

Γίνεται λόγος για αντιστάθμιση διότι η υιοθέτηση της ΤΝ θεωρείται πλέον προϋπόθεση της ανταγωνιστικότητας. Αν και η ανάλυση εστιάζει στο μέγα πλήθος των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η πραγματικότητα αυτή ισχύει διεθνώς.

Σύμφωνα με την κρατούσα αντίληψη, η απουσία υιοθέτησης οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα σε επιχειρηματική υστέρηση και σε υποχώρηση της εθνικής και επιχειρηματικής ανταγωνιστικότητας. Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε στρατηγικούς τομείς όπως η αμυντική βιομηχανία, όπου η ενσωμάτωση τεχνολογιών αιχμής και η ανάπτυξη εφαρμογών διπλής χρήσης (dual-use) συνιστούν ζητήματα εθνικής και ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας.

Πρώτη ένταση: Εργαζόμενοι και εργοδότες

Εδώ αναδεικνύεται η πρώτη ένταση. Οι εργαζόμενοι, ως κύριοι συντελεστές του μετασχηματισμού της επιχείρησης και φορείς της ρητής και άρρητης γνώσης της, καλούνται να πειραματιστούν συστηματικά με την ΤΝ.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία δοκιμής και σφάλματος αποκτούν τη γνωσιακή ικανότητα και την εμπειρία που, σε δεύτερο χρόνο, μετουσιώνονται σε βελτιωμένες παραγωγικές διαδικασίες. Ο πειραματισμός αυτός συνεπάγεται, ωστόσο, αυξημένη κατανάλωση υπολογιστικών πόρων — φαινόμενο που στη σχετική ορολογία αποδίδεται ως tokenmaxxing: η τάση υπερκατανάλωσης υπολογιστικών μονάδων (tokens) που χαρακτηρίζει τα πρώιμα, μη βελτιστοποιημένα στάδια χρήσης.

Οι επιχειρήσεις-εργοδότες καλούνται να καλύψουν αυτό το κόστος χωρίς να διακρίνουν βραχυπρόθεσμα οφέλη στην παραγωγικότητά τους. Πρόκειται για μια γνωσιακή καμπύλη εκμάθησης η οποία δεν συμπιέζεται χρονικά και η οποία, στο ισχύον συνδρομητικό μοντέλο, μεταφράζεται σε επαναλαμβανόμενο μηνιαίο κόστος.

Δεύτερη συνθήκη: Η αναπόφευκτη τιμολόγηση των παρόχων

Η ένταση αυτή δεν εκδηλώνεται σε κενό. Συμπίπτει χρονικά με μια δομική μεταβολή στην πλευρά της προσφοράς. Οι πάροχοι υπηρεσιών ΤΝ — παγκόσμιοι όμιλοι κεφαλαιοποίησης δισεκατομμυρίων — επιβαρύνονται με τεράστιο κόστος εκπαίδευσης και λειτουργίας των μοντέλων.

Για να καταστούν μακροπρόθεσμα βιώσιμοι, μεταβαίνουν από ένα μοντέλο ευρείας και δωρεάν πρόσβασης σε ένα μοντέλο διαβαθμισμένης, επί πληρωμή παροχής υπηρεσιών. Δεν πρόκειται για παράδοξο, αλλά για την αναμενόμενη ωρίμανση μιας αγοράς που εξαντλεί το κεφάλαιο επιδοτούμενης ανάπτυξης.

Το ουσιώδες εύρημα είναι η χρονική σύμπτωση: τη στιγμή ακριβώς που οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις οφείλουν να επενδύσουν στην καμπύλη εκμάθησης, η αγορά μεταβαίνει καθολικά σε καθεστώς πρόσβασης επί πληρωμή. Οι δύο αυτές δυναμικές συνθέτουν μια πίεση κόστους που πλήττει δυσανάλογα τις επιχειρήσεις με περιορισμένη ρευστότητα.

Ο ρόλος της πολιτείας: Δύο συμπληρωματικοί μηχανισμοί

Στο σημείο αυτό εισέρχεται ο ρόλος της πολιτείας. Χωρίς να προδικάζεται η τελική μορφή των παρεμβάσεων, διαγράφονται δύο κατηγορίες μέτρων, οι οποίες αντιστοιχούν σε δύο διακριτές ανάγκες.

Η πρώτη κατηγορία αφορά τη χρηματοδότηση του «καυσίμου» της ΤΝ — δηλαδή της συνδρομητικής πρόσβασης και των αδειών χρήσης σε υπολογιστικά μοντέλα και ισχύ. Η δεύτερη αφορά την αξιοποίηση αυτού του «καυσίμου» για την ανάπτυξη των δεξιοτήτων των εργαζομένων, μέσω δημόσιων προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης που ήδη υλοποιούνται.

Τα δύο μέτρα είναι συμπληρωματικά: το πρώτο αντιμετωπίζει το άμεσο ταμειακό βάρος των συνδρομών, ενώ το δεύτερο διασφαλίζει ότι η δαπάνη αυτή μετουσιώνεται σε παραγωγική ικανότητα.

Ένας άμεσα εφαρμόσιμος τρόπος υλοποίησης του πρώτου μέτρου θα ήταν η αναγνώριση των συνδρομητικών αυτών δαπανών ως επιλέξιμων στο πλαίσιο προγραμμάτων φορολογικών εκπτώσεων ή επιδότησης δεξιοτήτων, όπως τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα του ΕΣΠΑ.

Το ζήτημα δεν είναι επουσιώδες: οι επαναλαμβανόμενες λειτουργικές δαπάνες (OPEX), όπως οι μηνιαίες συνδρομές, παραδοσιακά αντιμετωπίζονται με δυσκολία ως επιλέξιμες σε προγράμματα που ευνοούν επενδύσεις παγίου κεφαλαίου. Η άρση αυτού του κανονιστικού κενού συνιστά, ενδεχομένως, το πλέον προσιτό πρώτο βήμα.

Η στρατηγική διάσταση: Εξάρτηση έναντι αυτονομίας

Οι δύο μηχανισμοί, ωστόσο, δεν είναι ουδέτεροι ως προς τη στρατηγική αυτονομία. Εδώ εντοπίζεται μια ουσιώδης ένταση που πρέπει να αναγνωριστεί ρητά. Η άμεση επιδότηση συνδρομών ή υπολογιστικής ισχύος (vouchers, compute credits) επιταχύνει βραχυπρόθεσμα την υιοθέτηση, αλλά ταυτόχρονα ενισχύει την εξάρτηση από τους παγκόσμιους παρόχους, καθώς οι δημόσιοι πόροι κατευθύνονται στην πληρωμή των υπηρεσιών τους. Αντιθέτως, η ανάπτυξη εθνικών και ευρωπαϊκών δημόσιων υποδομών μειώνει μακροπρόθεσμα την εξάρτηση αυτή.

Τέτοιες υποδομές — όπως, στην ελληνική περίπτωση, το υπερυπολογιστικό οικοσύστημα γύρω από το Pharos AI Factory — μπορούν να παρέχουν πρόσβαση σε API, δεδομένα και υπολογιστική ισχύ με χαμηλό ή μηδενικό κόστος για βασικά εργαλεία.

Έτσι μειώνεται το κόστος πειραματισμού και επιτρέπεται στις εγχώριες επιχειρήσεις να διανύσουν την καμπύλη εκμάθησης χωρίς να εκτεθούν σε δυσβάσταχτα ρίσκα ή να εγκλωβιστούν σε καθεστώτα εξάρτησης.

Μια ισορροπημένη πολιτική θα αξιοποιούσε, επομένως, την άμεση επιδότηση ως εργαλείο ταχείας υιοθέτησης και τη δημόσια υποδομή ως εργαλείο στρατηγικής αυτονομίας, με σαφή πρόβλεψη σταδιακής μετάβασης από το πρώτο στο δεύτερο.

Η διεθνής εμπειρία

Η διεθνής πρακτική προσφέρει ενδεικτικά πρότυπα και για τις δύο κατευθύνσεις. Στον Καναδά, το AI Compute Access Fund, στο πλαίσιο της Canadian Sovereign AI Compute Strategy, καλύπτει τα δύο τρίτα του κόστους εγχώριων και το ήμισυ του κόστους αλλοδαπών υπηρεσιών υπολογισμού για μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αναπτύσσουν εφαρμογές ΤΝ.

Στη Νότια Κορέα, το AI Voucher Programme — τεκμηριωμένο και από τον ΟΟΣΑ — καλύπτει έως το 80% του κόστους υιοθέτησης λύσεων ΤΝ για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, συνδέοντας τις επιχειρήσεις-ζήτησης με εγχώριους παρόχους και ενισχύοντας παράλληλα την ανάπτυξη της εθνικής αγοράς ΤΝ.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το δίκτυο των European Digital Innovation Hubs (EDIH), με ενισχυμένο πλέον προσανατολισμό στην ΤΝ, ενσωματώνει ρητά τη λογική της δημόσιας υποδομής μέσω του μοντέλου «test before invest»: παρέχει σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις πρόσβαση σε εγκαταστάσεις δοκιμών, τεχνική εμπειρογνωμοσύνη και κατάρτιση, ώστε να δοκιμάζουν τεχνολογίες πριν επενδύσουν σε αυτές.

Το μοντέλο αυτό, με ελληνική ήδη παρουσία, παρουσιάζει τη μεγαλύτερη κανονιστική συνάφεια με το εθνικό πλαίσιο, καθώς εντάσσεται στο ευρωπαϊκό καθεστώς κρατικών ενισχύσεων και συγχρηματοδότησης.

Ρίσκα και επιφυλάξεις

Η αναγνώριση της αναγκαιότητας της κρατικής παρέμβασης δεν συνεπάγεται την αποσιώπηση των κινδύνων της. Πρώτον, υφίσταται ο κίνδυνος πρόκλησης ηθικού κινδύνου (moral hazard) και μη αποδοτικής δαπάνης (deadweight): η επιδότηση ενδέχεται να χρηματοδοτεί πειραματισμό που ένα μέρος των επιχειρήσεων θα αναλάμβανε ούτως ή άλλως, ή που δεν αποδίδει ποτέ. Η σύνδεση της επιδότησης του «καυσίμου» με υποχρεωτική κατάρτιση, η θέσπιση ανώτατων ορίων και η αξιολόγηση βάσει αποτελέσματος αποτελούν αναγκαίες δικλείδες.

Δεύτερον, εγείρεται ζήτημα μετακύλισης κόστους: η δημόσια επιδότηση συνδρομών ενδέχεται, στην πραγματικότητα, να χρηματοδοτεί τα περιθώρια κέρδους αλλοδαπών ομίλων μέσω εθνικών ή ευρωπαϊκών πόρων, με προφανείς ηθικές και γεωπολιτικές προεκτάσεις. Τρίτον, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η αυξημένη περιβαλλοντική επιβάρυνση της εντατικής χρήσης υπολογιστικής ισχύος, ούτε ο κίνδυνος στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που ενέχει κάθε κρατική παρέμβαση στην αγορά.

Συμπέρασμα

Χωρίς κρατική υποστήριξη, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν δύο εξίσου δυσμενή ενδεχόμενα: αυξημένο συνδρομητικό κόστος εκμάθησης ή απομείωση της ανταγωνιστικότητάς τους. Ο ρόλος της πολιτείας στα πρώτα αυτά βήματα υιοθέτησης μιας βαθιά μετασχηματιστικής τεχνολογίας αναδεικνύεται, συνεπώς, κρίσιμος — όπως συνέβη και σε προγενέστερες τεχνολογικές μεταβάσεις.

Η παρέμβαση αυτή είναι, εξάλλου, συνεπής με τον ενισχυμένο ρόλο της βιομηχανικής πολιτικής, όπως αυτή ασκείται σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Ευρώπη και στην Ασία, και αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε στρατηγικούς τομείς όπως οι αμυντικές τεχνολογίες, όπου η αυτονομία και η ικανότητα ανάπτυξης εφαρμογών διπλής χρήσης συνιστούν πυλώνες εθνικής ασφάλειας και βιομηχανικής κυριαρχίας. Το ζητούμενο δεν είναι η επιδότηση αυτή καθαυτή, αλλά ο σχεδιασμός της κατά τρόπο που να μεγιστοποιεί τη γνωσιακή αυτονομία και να ελαχιστοποιεί την εξάρτηση.

 

* Ο δρ. Κυριάκος Τολιάς (φωτ. δεξιά) είναι διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης & Ηλεκτρονικού Περιεχομένου (ΕΚΤ).

** Ο δρ. Νίκος Καραμπέκιος είναι προϊστάμενος του Τμήματος Αμυντικής Καινοτομίας του ΕΚΤ (αριστερά).

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων