Παραγωγικότητα: Ο ορισμός και η ουσία για την Ελλάδα

Στις 47 ώρες εβδομαδιαίως η απασχόληση των αυτοαπασχολούμενων στη χώρα. Στο -36,6% η απόσταση από τους εταίρους. Ο ρόλος των επενδύσεων και της τεχνολογίας και το μεγάλο ερώτημα.

Δημοσιεύθηκε: 11 Σεπτεμβρίου 2026 - 07:25

Load more

Λίγες οικονομικές έννοιες παρεξηγούνται τόσο συστηματικά όσο η παραγωγικότητα. Στον δημόσιο λόγο συχνά ακούγεται σαν συνώνυμο της εργατικότητας — «δουλεύουμε λίγο, γι' αυτό είμαστε φτωχοί» — ενώ στην πραγματικότητα είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο, που εξαρτάται πρωτίστως από αποφάσεις που δεν παίρνει ο εργαζόμενος.

Αξίζει να δούμε τι σημαίνει ο όρος, τι τον καθορίζει πραγματικά, πού βρίσκεται η Ελλάδα σε αυτή την κατάταξη, και γιατί το ερώτημα «ποιος ευθύνεται» χωρίζει τις οικονομικές σχολές σκέψης εδώ και δεκαετίες.

Ο ορισμός

Παραγωγικότητα της εργασίας είναι, με απλά λόγια, πόση αξία παράγεται ανά ώρα εργασίας. Αν ένας εργαζόμενος σε μια χώρα παράγει σε μία ώρα προϊόν αξίας 70 ευρώ και ένας άλλος, σε άλλη χώρα, παράγει 30 ευρώ στην ίδια ώρα, ο πρώτος θεωρείται πιο «παραγωγικός» — όχι επειδή κοπιάζει περισσότερο, αλλά επειδή η ώρα εργασίας του «αποδίδει» περισσότερο.

Είναι, δηλαδή, μέτρο αποδοτικότητας του συστήματος μέσα στο οποίο δουλεύει κανείς, όχι μέτρο ατομικής προσπάθειας.

Τι την καθορίζει

Η ίδια η λέξη παραπλανά, γιατί βάζει τον εργαζόμενο στο κέντρο. Οι οικονομολόγοι, όμως, όταν αναλύουν την παραγωγικότητα, την αποδίδουν κυρίως σε παράγοντες που βρίσκονται έξω από τον έλεγχό του:

Η ελληνική εικόνα

Η Ελλάδα προσφέρει ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα αυτής της διάκρισης. Οι Έλληνες εργαζόμενοι δουλεύουν από τις περισσότερες ώρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση -οι αυτοαπασχολούμενοι, συγκεκριμένα, με μέσο όρο περίπου 47 ώρες την εβδομάδα έναντι μέσου όρου 42 ωρών στην ΕΕ- και η χώρα βρίσκεται σταθερά στην κορυφή της κατάταξης σε υπερωριακή απασχόληση. Παρ' όλα αυτά, η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας παραμένει από τις χαμηλότερες στον ΟΟΣΑ.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, δεν είναι η απόσταση από τον μέσο όρο, αλλά η κατεύθυνσή της: σύμφωνα με έκθεση του ΟΟΣΑ (Compendium of Productivity Indicators 2025), παρά τη σημαντική αύξηση των επενδύσεων στην Ελλάδα την περίοδο 2020-2023, η παραγωγικότητα δεν βελτιώθηκε ανάλογα — αντίθετα, το χάσμα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ διευρύνθηκε, από -21,7% το 2020 σε -36,6% το 2023, με προδρομικά στοιχεία του 2024 να δείχνουν περαιτέρω υποχώρηση.

Με άλλα λόγια: οι επενδύσεις αυξήθηκαν, αλλά είτε δεν κατευθύνθηκαν εκεί που θα αύξανε πραγματικά την αποδοτικότητα της εργασίας, είτε άλλες χώρες βελτιώθηκαν ταχύτερα. Είναι ακριβώς το είδος του παραδόξου που κάνει το ερώτημα «ποιος ευθύνεται» τόσο σχετικό.

Πού πάνε τα κέρδη

Αν η παραγωγικότητα εξαρτάται κυρίως από επενδυτικές αποφάσεις, το επόμενο λογικό ερώτημα είναι: γιατί οι επιχειρήσεις δεν επενδύουν περισσότερο, ή δεν επενδύουν εκεί που θα αύξανε την παραγωγικότητα; Εδώ οι οικονομικές σχολές σκέψης δίνουν αρκετά διαφορετικές απαντήσεις.

Η πιο φιλελεύθερη/νεοκλασική οπτική υποστηρίζει ότι το πρόβλημα είναι κυρίως κίνητρα: όταν το κόστος εργασίας είναι χαμηλό σε σχέση με το κόστος κεφαλαίου —είτε λόγω χαμηλών μισθών είτε λόγω ευέλικτου εργασιακού πλαισίου— οι επιχειρήσεις έχουν λιγότερο λόγο να επενδύσουν σε εξοπλισμό και τεχνολογία, αφού μπορούν να «λύσουν» την ανάγκη τους με φθηνότερη ανθρώπινη εργασία.

Σε αυτή τη λογική, η λύση περνάει από φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις, μείωση γραφειοκρατίας και ρυθμιστικού κόστους, και ενίσχυση του ανταγωνισμού που «αναγκάζει» τις επιχειρήσεις να εκσυγχρονιστούν για να επιβιώσουν.

Η πιο κριτική/κεϋνσιανή οπτική, αντίθετα, εστιάζει στο πού πηγαίνουν τα κέρδη όταν αυτά υπάρχουν: αν μεγάλο μέρος τους διανέμεται σε μερίσματα, επαναγορές μετοχών ή παραμένει ως ρευστό αντί να επενδύεται παραγωγικά, τότε το πρόβλημα δεν είναι έλλειψη κεφαλαίου αλλά κατεύθυνση του κεφαλαίου — και χαμηλοί μισθοί ή ελαστικό ωράριο απλώς αφαιρούν από τις επιχειρήσεις ένα ακόμη κίνητρο να επενδύσουν σε παραγωγικότητα, αφού η φθηνή εργασία γίνεται βολική εναλλακτική.

Σε αυτή τη λογική, χρειάζονται είτε ρυθμιστικά εργαλεία (π.χ. κίνητρα ή υποχρεώσεις επανεπένδυσης κερδών), είτε ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης της εργασίας ώστε το κόστος της να μην είναι τόσο «ελκυστικά χαμηλό» ώστε να αποθαρρύνει τον εκσυγχρονισμό.

Η ελληνική εμπειρία των τελευταίων ετών —αύξηση επενδύσεων χωρίς αντίστοιχη βελτίωση παραγωγικότητας— δεν αποφασίζει από μόνη της ποια σχολή έχει δίκιο, αλλά δείχνει ότι το ζήτημα είναι πιο σύνθετο από ένα απλό «περισσότερες επενδύσεις = περισσότερη παραγωγικότητα»: μετράει επίσης το πού ακριβώς κατευθύνονται αυτές οι επενδύσεις, σε ποιους κλάδους, και με τι ποιότητα.

Η παραγωγικότητα δεν είναι μέτρο του πόσο σκληρά δουλεύει κανείς, αλλά του πόσο αποδοτικά είναι οργανωμένο το σύστημα μέσα στο οποίο δουλεύει. Η Ελλάδα είναι textbook case αυτής της διάκρισης: πρωταθλήτρια σε ώρες εργασίας, ουραγός σε παραγωγικότητα ανά ώρα.

Το ερώτημα ποιος πρέπει να αλλάξει αυτή την εικόνα -η φορολογική πολιτική, η δομή της οικονομίας, η κατεύθυνση των εταιρικών κερδών, ή συνδυασμός όλων- παραμένει από τα πιο ουσιαστικά ανοιχτά ζητήματα της οικονομικής πολιτικής, με σοβαρά επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές της συζήτησης.

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων