Ντράγκι: Η Ευρώπη μπορεί να έχει τεχνητή νοημοσύνη χωρίς ολιγάρχες

Η Ευρώπη καλείται να συνδυάσει ανάπτυξη και τεχνολογική κυριαρχία με τις αξίες της. Κλειδί η τεχνητή νοημοσύνη και τα data centers, όπου η ΕΕ υστερεί δραματικά. Λύση: Συγκέντρωση ζήτησης μέσω κοινοπραξιών με πολυετείς δεσμεύσεις.

Δημοσιεύθηκε: 14 Σεπτεμβρίου 2026 - 07:28

Load more

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με δύσκολες επιλογές. Χρειάζεται να αναπτυχθεί, ώστε να μπορεί να συνεχίσει να χρηματοδοτεί το κοινωνικό της μοντέλο και τις νέες απαιτήσεις ενός μεταβαλλόμενου κόσμου, από την άμυνα έως την ενέργεια.

Θέλει να παραμείνει κυρίαρχη, ώστε να μπορεί να οργανώνει την οικονομία της σύμφωνα με τις δικές της αξίες. Και θέλει ανάπτυξη χωρίς το κόστος, από πλευράς ανισότητας πλούτου και περιβαλλοντικής επιβάρυνσης, που τη συνόδευσε αλλού. Η τεχνητή νοημοσύνη επηρεάζει και τις τρεις αυτές διαστάσεις ταυτόχρονα.

Παρά το ισχυρό ξεκίνημα της χρονιάς, η τάση σε ότι αφορά την ευρωπαϊκή ανάπτυξη έχει επιβραδυνθεί αισθητά μετά την πανδημία. Αυτό ισχύει τόσο σε σχέση με τη δική της πορεία πριν από την πανδημία, όσο και σε σχέση με τις ΗΠΑ.

Σύμφωνα με μία εκτίμηση, το χάσμα παραγωγικότητας μεταξύ της ζώνης του ευρώ και των ΗΠΑ διευρύνθηκε από $9 ανά ώρα το 2018 σε $21 το 2025. Οι απόψεις διαφέρουν ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να συγκρίνονται τα επίπεδα παραγωγικότητας μεταξύ χωρών, όμως η διαφορά στους ρυθμούς ανάπτυξης είναι σαφής.

Η Ευρώπη διαθέτει διαφορετικές οδούς για την ενίσχυση της ανάπτυξης, όπως η άρση των υψηλών εμποδίων στην εσωτερική της αγορά. Ωστόσο, η ευρεία υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης είναι ίσως η πλέον υποσχόμενη σήμερα.

Σύμφωνα με σενάρια της ΕΚΤ, η ταχεία υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης θα προσέθετε 0,3 έως 0,4 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως στην αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής — τα οφέλη που προκύπτουν από την αποτελεσματικότερη εργασία αντί από την προσθήκη εργασίας ή κεφαλαίου — η οποία βρίσκεται περίπου στο μηδέν από το 2022.

Η ανάπτυξη με κινητήρια δύναμη την τεχνητή νοημοσύνη, ωστόσο, δημιουργεί «σύγκρουση» με την επιδίωξη της Ευρώπης για κυριαρχία, επειδή η τελευταία ελέγχει ελάχιστο μέρος της αλυσίδας αξίας της τεχνητής νοημοσύνης.

Η τεχνολογία πρόκειται να καταστεί πλήρως διάχυτη: στην οικονομία, στα συστήματα υγείας, στην εκπαίδευση, στην ενέργεια, στην άμυνα, για να αναφέρουμε μόνο ορισμένους τομείς. Αυτή δεν είναι μια συνηθισμένη εξάρτηση. Η αποκοπή από την τεχνητή νοημοσύνη, όταν η οικονομία θα λειτουργεί με βάση αυτήν, θα έμοιαζε περισσότερο με αποκοπή από το χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ. Οι επιπτώσεις θα ήταν καταστροφικές.

Αυτό αλλάζει τους όρους της σχέσης της Ευρώπης με εταίρους στους οποίους δεν μπορεί πλέον να βασίζεται πάντοτε. Η Ευρώπη δεν είναι για τις Ηνωμένες Πολιτείες ό,τι είναι το Τέξας για την Καλιφόρνια. Είναι δυνατό να φανταστεί κανείς μια μελλοντική αμερικανική κυβέρνηση να εξαρτά την πρόσβαση σε μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης αιχμής με όρους αλλαγών στους ψηφιακούς κανόνες ή τους ψηφιακούς φόρους της Ευρώπης ή την Κίνα να χρησιμοποιεί τις άδειες για τα μοντέλα ανοικτών βαρών (open-weight) ως μοχλό πίεσης σε μια εμπορική διαμάχη για δασμούς.

Εάν η Ευρώπη δεν ελέγχει κάποιο μέρος της αλυσίδας αξίας, η ανάπτυξη μέσω της τεχνητής νοημοσύνης και η κυριαρχία θα έλκονται προς αντίθετες κατευθύνσεις.

Το δυνητικό πεδίο κυριαρχίας της Ευρώπης στην τεχνητή νοημοσύνη είναι περιορισμένο. Τα εργαστήριά της στην αιχμή της τεχνολογίας δεν μπορούν επί του παρόντος να ανταγωνιστούν οικονομικά τους αμερικανικούς και κινεζικούς ανταγωνιστές τους, ενώ η παραγωγή τσιπ αιχμής βρίσκεται πολύ πίσω. Όμως τα δεδομένα είναι ο ένας τομέας στον οποίο η Ευρώπη μπορεί ακόμη να είναι κυρίαρχη, και είναι επίσης ο τομέας με τις μεγαλύτερες δυνατότητες να δημιουργήσει ανάπτυξη.

Η ήπειρος διαθέτει τεράστιο πλούτο δεδομένων του δημόσιου τομέα, όπως δεδομένα υγείας που έχουν συλλεχθεί επί δεκαετίες και δεδομένα που συλλέγουν οι στατιστικές υπηρεσίες. Ο εξαιρετικά αυτοματοποιημένος μεταποιητικός της τομέας δημιουργεί ένα βαθύ απόθεμα βιομηχανικών πληροφοριών αναγνώσιμων από μηχανές.

Οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τοποθετούν την οικονομία δεδομένων της Ευρώπης σε πάνω από €800 δισ., ή περισσότερο από 5% του ΑΕΠ, έως το 2030.

Αυτό όμως δημιουργεί την επόμενη ένταση. Για να αξιοποιήσει αυτά τα περιουσιακά στοιχεία, η Ευρώπη χρειάζεται να έχει τον έλεγχο της αποθήκευσης και της επεξεργασίας τους. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης μεγάλης κλίμακας.

Τα κέντρα δεδομένων, ωστόσο, αποτελούν αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης. Οι τοπικές κοινότητες ανησυχούν για το περιβαλλοντικό τους κόστος και την αύξηση των λογαριασμών ενέργειας. Δεν βοηθά το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της δυναμικότητας που κατασκευάζεται σήμερα στην Ευρώπη προορίζεται για τους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς.

Ωστόσο, η Ευρώπη πρέπει επίσης να είναι ρεαλιστική. Η συζήτηση για την υπερκατασκευή κέντρων δεδομένων είναι αμερικανική. Το πρόβλημα της Ευρώπης είναι το αντίθετο. Η ΕΕ φιλοξενεί λιγότερο από το 5% της παγκόσμιας υπολογιστικής ισχύος για τεχνητή νοημοσύνη, έναντι 75% στις ΗΠΑ.

Ακόμη και για τη συνήθη δυναμικότητα κέντρων δεδομένων, το χάσμα μεταξύ ζήτησης και εγκατεστημένης προσφοράς στην Ευρώπη εκτιμάται σε περίπου 3 GW, περίπου το ένα τέταρτο της σημερινής δυναμικότητας της Ευρώπης, και αναμένεται να διευρυνθεί στα 14 GW έως το 2030.

Καθώς η κυριαρχία αποκτά μεγαλύτερη σημασία, αυτή η έλλειψη εγχώριας δυναμικότητας θα αρχίσει να γίνεται αισθητή. Η υπολογιστική ισχύς θα μπορούσε να πάψει να είναι πλήρως ανταλλάξιμη και μεγάλο μέρος της υποδομής που επεξεργάζεται και αποθηκεύει ευρωπαϊκά δεδομένα θα πρέπει να βρίσκεται σε ευρωπαϊκό έδαφος.

Αμερικανοί πάροχοι μπορούν να προσφέρουν μεγάλο μέρος αυτής της δυναμικότητας μέσω αυτού που προωθούν στην αγορά ως υπηρεσίες κυρίαρχου cloud, οι οποίες λειτουργούν από την Ευρώπη αλλά εξακολουθούν να ανήκουν σε αμερικανικές εταιρείες.

Οι πλέον ευαίσθητες χρήσεις, ωστόσο, θα πρέπει να λειτουργούν υπό ευρωπαϊκό έλεγχο, που είναι η κλιμακωτή προσέγγιση την οποία έχει προτείνει η Επιτροπή στην Cloud and AI Development Act.

Εάν το κενό δεν καλυφθεί, προκύπτουν δύο κίνδυνοι. Είτε οι ευρωπαϊκές εταιρείες δεν θα υιοθετήσουν την τεχνητή νοημοσύνη επειδή δεν μπορούν να διατηρούν τα δεδομένα τους στην Ευρώπη, κίνδυνος που αναγνωρίζει η ίδια η εκτίμηση επιπτώσεων της Επιτροπής για τον Νόμο. Είτε η υπολογιστική ισχύς θα παραμείνει ακριβή, επιβραδύνοντας την ευρεία υιοθέτηση για εργασίες χαμηλότερης αξίας.

Η Amazon ήδη χρεώνει 15% περισσότερο για το κυρίαρχο cloud της στη Γερμανία από ό,τι για την τυπική της υπηρεσία.

Οι ανησυχίες σχετικά με τα κέντρα δεδομένων μπορούν να αντιμετωπιστούν. Μπορεί να απαιτείται η χρήση καθαρής ενέργειας για την τροφοδοσία τους και η επαναχρησιμοποίηση της απορριπτόμενης θερμότητας όπου είναι εφικτό.

Οι εγκαταστάσεις μπορούν να τοποθετούνται μακριά από περιοχές όπου η ενέργεια και το νερό είναι σε έλλειψη. Μπορεί να απαιτείται από τα κέντρα δεδομένων να καταβάλλουν δίκαιο μερίδιο του κόστους του δικτύου που δημιουργούν και να μοιράζονται τα οφέλη με τις τοπικές κοινότητες, είτε μέσω συνεισφορών στους τοπικούς προϋπολογισμούς, είτε μέσω χαμηλότερων λογαριασμών ενέργειας.

Γιατί, λοιπόν, η Ευρώπη δεν κατασκευάζει περισσότερα; Μέρος της απάντησης βρίσκεται στους περιορισμούς από την πλευρά της προσφοράς. Ένα κέντρο δεδομένων χρειάζεται 24 μήνες για να κατασκευαστεί στις ΗΠΑ, αλλά 42 μήνες στη Γερμανία, λόγω των μεγαλύτερων καθυστερήσεων στις αδειοδοτήσεις και τις συνδέσεις με το δίκτυο.

Η ακριβότερη ηλεκτρική ενέργεια καθιστά την κατασκευή και τη λειτουργία μιας εγκατάστασης σε τμήματα της Ευρώπης δύο φορές ακριβότερη από ό,τι στην Κίνα. Όμως η Ευρώπη διαθέτει περιοχές όπου το κόστος κατασκευής είναι χαμηλό: ένα κέντρο δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης στη Σουηδία, για παράδειγμα, κοστίζει μόνο περίπου 10% περισσότερο από ένα αντίστοιχο στην Κίνα.

Το βασικό εμπόδιο για την Ευρώπη είναι ο κατακερματισμός της ζήτησης. Τα κέντρα δεδομένων απαιτούν τεράστιες χρηματοοικονομικές δεσμεύσεις, τις οποίες οι επενδυτές θα αναλάβουν μόνο έναντι συμβάσεων απορρόφησης (offtake) που μπορούν να χρηματοδοτηθούν.

Στις ΗΠΑ, οι hyperscalers και τα εργαστήρια αιχμής της τεχνητής νοημοσύνης παρέχουν αυτές τις συμβάσεις. Στην Ευρώπη, η ζήτηση κατανέμεται μεταξύ εκατομμυρίων εταιρειών, ενώ ακόμη και οι μεγαλύτερες εταιρείες τείνουν να αγοράζουν υπολογιστική ισχύ για ένα έτος κάθε φορά, λόγω της αβεβαιότητας ως προς το πόσο γρήγορα θα υιοθετήσουν την τεχνητή νοημοσύνη.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εταιρείες που λειτουργούν neoclouds — κέντρα δεδομένων για φορτία εργασίας τεχνητής νοημοσύνης — στην Ευρώπη, όπως η Nscale, πωλούν το μεγαλύτερο μέρος της δυναμικότητάς τους σε αμερικανούς αγοραστές.

Ως εκ τούτου, η Ευρώπη πρέπει να δημιουργήσει, εκ σχεδιασμού, μεγάλους και συγκεντρωμένους αγοραστές. Αυτό που απαιτείται είναι οι μεγαλύτερες εταιρείες της να συγκεντρώσουν τις μεσαίου μεγέθους δεσμεύσεις τους σε συμβάσεις αρκετά μεγάλες ώστε να μπορούν οι επενδυτές να τις χρησιμοποιήσουν ως βάση για τη χορήγηση χρηματοδότησης.

Υπάρχει ήδη ένα μοντέλο. Μια ομάδα ευρωπαϊκών εταιρειών, μεταξύ των οποίων οι ASML, Capgemini και Amadeus, έχουν δεσμευτεί για πολυετείς αγορές των European Compute Units της Mistral, οι οποίες προορίζονται να στηρίξουν χρηματοδοτικά δυναμικότητα 1 GW έως το 2030.

Η πρόκληση τώρα είναι να κλιμακωθεί αυτό το μοντέλο με περισσότερα neoclouds και μεγαλύτερες κοινοπραξίες, καθεμία από τις οποίες θα δεσμεύεται για πολυετείς αγορές τυποποιημένης δυναμικότητας.

Ο στόχος είναι ένας ενάρετος κύκλος. Οι εταιρείες επιταχύνουν τη μετάβασή τους στην τεχνητή νοημοσύνη, παρέχοντας τη ζήτηση που χρηματοδοτεί την ευρωπαϊκή δυναμικότητα. Αυτή η δυναμικότητα επιτρέπει στην Ευρώπη να αξιοποιεί τα δικά της δεδομένα σε υποδομές που μπορεί να ελέγχει.

Η φθηνότερη, κυρίαρχη υπολογιστική ισχύς επιταχύνει στη συνέχεια την υιοθέτηση και καθιστά μεγαλύτερες τις επόμενες δεσμεύσεις, οι οποίες χρηματοδοτούνται από τα κέρδη παραγωγικότητας που αποφέρει η τεχνολογία. Και, διαθέτοντας δική της δυναμικότητα, η Ευρώπη βρίσκεται σε καλύτερη θέση για να αναπτύξει τα δικά της μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης.

Αυτό αφήνει τον βαθύτερο φόβο: ότι η τεχνητή νοημοσύνη παραδίδει πλούτο και ισχύ σε μια νέα τεχνολογική ολιγαρχία. Όμως η προσέγγιση που περιγράφεται εδώ λειτουργεί αντίρροπα σε αυτό. Η ζήτηση που συγκεντρώνεται από πολλές κοινοπραξίες επιτρέπει την είσοδο περισσότερων παρόχων στην αγορά και ο μεταξύ τους ανταγωνισμός αποτρέπει τη συγκέντρωση των οφελών σε λίγα χέρια.

Η προοδευτική φορολόγηση θα διασφάλιζε ότι και η υπόλοιπη κοινωνία θα συμμετέχει σε αυτά. Με αυτόν τον τρόπο, η Ευρώπη δεν χρειάζεται να επιλέξει μεταξύ ανάπτυξης, κυριαρχίας και των αξιών της. Μπορεί να έχει τεχνητή νοημοσύνη χωρίς ολιγάρχες.

 

* Ο συντάκτης είναι πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και διετέλεσε πρωθυπουργός της Ιταλίας. To άρθρο δημοσιεύτηκε στους Financial Τimes.

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων