Ενεργειακή κρίση: Η λύση της στοχευμένης πίστωσης

Πώς περιορίζεται η πίεση στη μεσαία τάξη με ένα κλάσμα του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης. Το ευρωπαϊκό κενό ασφάλισης, η πραγματική πίεση στα νοικοκυριά και ο εκλογικός λογαριασμός. Γράφει ο Βαγγέλης Πιλάλης.

Δημοσιεύθηκε: 23 Σεπτεμβρίου 2026 - 07:30

Load more

Μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες προσέρχονται στις κάλπες οι πολίτες σε Λετονία, Εσθονία, Φινλανδία, Γαλλία, Ελλάδα, Ισπανία και, έως τα τέλη του 2027, στην Ιταλία.

Η πρόσφατη εκλογική εμπειρία στις ανεπτυγμένες χώρες απέδειξε ότι σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις που αναμετρήθηκαν με τη λαϊκή ετυμηγορία υπέστησαν σημαντικές απώλειες ποσοστών. Ο καθοριστικός κοινός παρονομαστής δεν ήταν άλλος από την καθίζηση του βιοτικού επιπέδου και τη διαρκή συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης.

Με τις διεθνείς τιμές του αργού πετρελαίου να δοκιμάζουν επίπεδα άνω των 100 δολαρίων το βαρέλι και το φυσικό αέριο να κινείται κοντά στα 80 ευρώ ανά μεγαβατώρα, τα κυβερνητικά επιτελεία αναγνωρίζουν τη δυσκολία της κατάστασης. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να μην παρέχει μια συλλογική ομπρέλα ουσιαστικής θωράκισης.

Αυστηροί κανόνες, αλλά χωρίς κοινή ασφάλιση

Η επίσημη ευρωπαϊκή απάντηση περιορίζεται σε συστάσεις και δημοσιονομική ευελιξία: χαλάρωση των ορίων στις κρατικές ενισχύσεις και ένα περιορισμένο εθνικό περιθώριο δαπανών της τάξης του 0,3% του ΑΕΠ ετησίως, αυστηρά για μέτρα διαρθρωτικής ενεργειακής ασφάλειας και όχι για φορολογικές ελαφρύνσεις ή αντιστάθμιση των αυξημένων τιμών (περίπου 750 εκατ. ευρώ για την Ελλάδα).

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ανέδειξε το πρόβλημα στην ομιλία της για την Κατάσταση της Ένωσης, επισημαίνοντας ότι οι ευρωπαϊκές εισαγωγές ορυκτών καυσίμων επιβαρύνθηκαν κατά 90 δισ. ευρώ πρόσθετου κόστους, «χωρίς ούτε ένα μόριο ενέργειας επιπλέον». Παρόλα αυτά, για τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά δεν προβλέφθηκε κανένα κοινό χρηματοδοτικό εργαλείο.

Την ίδια στιγμή, ανακοινώθηκε ευρωπαϊκό σχέδιο ασφάλισης για φυσικές καταστροφές, με το επιχείρημα ότι μόλις το 25% των ζημιών καλύπτεται από την ασφαλιστική αγορά και «οι εθνικοί προϋπολογισμοί καταλήγουν να γίνονται ο ασφαλιστής έσχατης ανάγκης».

Η ίδια ακριβώς διαπίστωση ισχύει αυτούσια και για την ενέργεια, όπου η εκ των προτέρων ασφάλιση κινδύνου παραμένει μηδενική. Αυτό είναι το μεγάλο θεσμικό κενό: κανείς δεν ασφαλίζεται πριν από το σοκ, και όλοι πληρώνουν εκ των υστέρων από τον εθνικό προϋπολογισμό.

Ένας κοινός ευρωπαϊκός μηχανισμός ασφάλισης θα μπορούσε, με ετήσιο κόστος 3 έως 4 δισ. ευρώ, να αγοράζει δικαιώματα αντιστάθμισης κινδύνου (hedging) που θα ενεργοποιούνται αυτόματα όταν το πετρέλαιο και το αέριο ξεπερνούν προκαθορισμένα όρια ασφαλείας. Ένα τέτοιο ταμείο θα παρείχε ρευστότητα 20 έως 25 δισ. ευρώ σε περιόδους κρίσης, διοχετεύοντας βοήθεια σε όσους πλήττονται δυσανάλογα.

Τα ποσά αυτά είναι ενδεικτικές παράμετροι ενός υπό διερεύνηση μηχανισμού, όχι υπολογισμένα αποτελέσματα κοστολόγησης.

Για τη χώρα μας, ένα τέτοιο μοντέλο θα επέστρεφε το 5% έως 6% των συνολικών πόρων, ποσό υπερτριπλάσιο σε σχέση με το μέγεθος της ελληνικής οικονομίας στην ΕΕ (1,5% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ), λόγω της υψηλής εξάρτησης από τις εισαγωγές καυσίμων. Πρόκειται για προτεινόμενη κατανομή: το τελικό ποσοστό θα εξαρτηθεί από τον κανόνα επιλεξιμότητας και την ενεργειακή έκθεση κάθε κράτους-μέλους.

Πρόσφατα στο Eurogroup, έξι κράτη-μέλη ζήτησαν τη θέσπιση πανευρωπαϊκού φόρου στα ενεργειακά υπερκέρδη, ώστε η ελάφρυνση να γίνει άμεσα αισθητή στις αντλίες. Τα έσοδα ενός τέτοιου φόρου αποτελούν το φυσικό ασφάλιστρο για τη χρηματοδότηση του κοινού μηχανισμού, και η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον να πρωτοστατήσει στη διεκδίκησή του. Μέχρι τότε, όμως, κάθε εθνική κυβέρνηση επιχειρεί εντελώς μόνη της.

Τι δείχνουν τα στοιχεία στην Ελλάδα

Στην ελληνική κοινωνία, η ακρίβεια αξιολογείται από οκτώ στους δέκα πολίτες (80%) ως το πρωτεύον πρόβλημα της καθημερινότητας. Για να αποτιμηθεί το πραγματικό μέγεθος της πίεσης, το αναλυτικό μοντέλο εξετάζει τις επιπτώσεις σε ένα «ενδεικτικό νοικοκυριό μεσαίου εισοδήματος».

Τι σημαίνει «ενδεικτικό νοικοκυριό μεσαίου εισοδήματος»; Δεν πρόκειται για πιστοποιημένο στατιστικό μέγεθος, αλλά για μια απλή παραδοχή εργασίας του αναλυτικού μοντέλου, ώστε να αποτιμηθεί η τάξη μεγέθους της πίεσης σε ένα νοικοκυριό μέσου εισοδήματος.

Θεωρείται ότι διαθέτει καθαρό μηνιαίο εισόδημα περίπου 1.700 ευρώ και μηνιαία καταναλωτική δαπάνη 1.430 ευρώ, παραδοχές του αναλυτικού μοντέλου εν αναμονή επαλήθευσης από την ΕΛΣΤΑΤ, όχι πιστοποιημένα στατιστικά στοιχεία.

Με βάση τις παραδοχές του αναλυτικού μοντέλου, εξετάζονται τρία σενάρια για την εξέλιξη των διεθνών τιμών και της πραγματικής αγοραστικής δύναμης. Οι πιθανότητες 20%, 50% και 30% είναι υποκειμενικές σταθμίσεις της άσκησης, όχι εμπειρικά εκτιμημένες πιθανότητες:

Σενάριο 1: Αποκλιμάκωση τιμών (πιθανότητα 20%): Οι διεθνείς τιμές υποχωρούν (πετρέλαιο στα 79 δολάρια, αέριο στα 52 ευρώ). Η απώλεια πραγματικού εισοδήματος είναι -1,1% (-18,5 ευρώ τον μήνα) τον Δεκέμβριο, αλλά μετατρέπεται σε πλεόνασμα ήδη από τον Μάρτιο: +0,5% (+7,8 ευρώ τον μήνα), ενισχυόμενο σε +0,9% (+14,8 ευρώ τον μήνα) τον Απρίλιο.

Σενάριο 2: Επιμονή των σημερινών τιμών (κεντρικό σενάριο - πιθανότητα 50%): Οι τιμές παραμένουν στα τρέχοντα επίπεδα (πετρέλαιο στα 95 δολάρια, αέριο στα 75 ευρώ). Στο 3μηνο (Δεκέμβριος), το νοικοκυριό καταγράφει καθαρή απώλεια αγοραστικής δύναμης -1,6% (περίπου 28 ευρώ λιγότερα τον μήνα).

Στο 6μηνο (Μάρτιος), χάρη στις προγραμματισμένες ονομαστικές αυξήσεις σε συντάξεις και μισθούς, η απώλεια περιορίζεται στο -0,5% (-8,1 ευρώ τον μήνα) και μηδενίζεται σχεδόν πλήρως τον Απρίλιο (-0,07%, περίπου -1 ευρώ τον μήνα).

Σενάριο 3: Δυσμενές σενάριο περαιτέρω έξαρσης (πιθανότητα 30%): Σε περίπτωση κλιμάκωσης (πετρέλαιο πάνω από 128 δολάρια, αέριο πάνω από 120 ευρώ), το πλήγμα παραμένει το βαρύτερο και των τριών σεναρίων σε όλο τον ορίζοντα, χωρίς όμως να είναι στάσιμο: το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώνεται κατά -2,75% (-46,8 ευρώ τον μήνα) τον Δεκέμβριο, βελτιώνεται σε -2,3% (-39,4 ευρώ τον μήνα) τον Μάρτιο και σε -1,9% (-32,5 ευρώ τον μήνα) τον Απρίλιο.


Δημοσιονομικός χώρος στα κρατικά ταμεία υπάρχει, όπως επισημαίνουν και οι διεθνείς οίκοι. Το μέγεθος, όμως, των καθαρών λογιστικών αριθμών δεν αρκεί από μόνο του για να εξηγήσει γιατί οι πολίτες νιώθουν τόσο έντονη ανασφάλεια και οργή. Την εξήγηση δίνουν τέσσερις θεμελιώδεις συμπεριφορικοί και πρακτικοί μηχανισμοί.

Γιατί η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι πολύ μεγαλύτερη από τους αριθμούς

Πρώτον, στην ανθρώπινη ψυχολογία οι ζημιές πονούν διπλάσια (αποστροφή ζημίας). Σύμφωνα με τη θεμελιώδη θεωρία των Daniel Kahneman και Amos Tversky, ο ψυχολογικός πόνος από μια οικονομική απώλεια βιώνεται περίπου 2,25 φορές πιο έντονα σε σύγκριση με την ικανοποίηση ενός ακριβώς ισόποσου κέρδους. Μια μηνιαία απώλεια 28 ευρώ δεν καταγράφεται στο μυαλό ως 28 ευρώ, αλλά βιώνεται υποκειμενικά σαν ένα βάρος 63 ευρώ.

Επιπλέον, λόγω του τρόπου που διαχωρίζουμε τα χρήματα στη σκέψη μας («νοητική λογιστική»), μια έκτακτη κυβερνητική παροχή (π.χ. τα 400 ευρώ στους συνταξιούχους) καταχωρείται ως προσωρινό βοήθημα που εξαφανίζεται άμεσα, ενώ η διαρκής ακρίβεια στο ράφι και στο βενζινάδικο εγγράφεται ως μόνιμος τραυματισμός του προϋπολογισμού.

Ακόμη και με κρατική στήριξη, ένα γέμισμα 600 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης κοστίζει 930 ευρώ έναντι 660 ευρώ πέρυσι: μια εφάπαξ επιβάρυνση 270 ευρώ σε μία και μόνη συναλλαγή ισοδυναμεί με έντεκα ολόκληρους μήνες από την ετήσια αύξηση μιας μέσης σύνταξης των 900 ευρώ.

Δεύτερον, ο πληθωρισμός που μετράει η στατιστική δεν είναι αυτός που ζει ο πολίτης. Η αντίληψη των πολιτών δεν διαμορφώνεται από τον γενικό μέσο όρο, αλλά από τα αγαθά πρώτης ανάγκης που πληρώνουν τακτικά και δεν μπορούν να αποφύγουν.

Το καλοκαίρι, ενώ ο γενικός επίσημος πληθωρισμός κινούνταν στο 3,4%, η βενζίνη κατέγραφε άνοδο +13%, το ντίζελ +22%, το πετρέλαιο θέρμανσης +53% και το μοσχαρίσιο κρέας +14%. Η στατιστική μείωση του ρεύματος κατά -2% ουδέποτε καταγράφεται ως ουσιαστική ελάφρυνση.

Το σημαντικότερο: οι πολίτες δεν συγκρίνουν τις τιμές με το προηγούμενο έτος, αλλά με το ψυχολογικό ορόσημο κανονικότητας του 2019, απέναντι στο οποίο το σημερινό επίπεδο τιμών παραμένει κατά 25% ακριβότερο.

Τρίτον, στις κάλπες μετράει η εικόνα του τέλους και όχι το ιστορικό παρελθόν. Η ψήφος επηρεάζεται καθοριστικά από το πώς αισθάνεται ο πολίτης τους τελευταίους δύο με τρεις μήνες πριν από τις εκλογές («κανόνας κορυφώματος και τέλους»). Το 2023, η ραγδαία υποχώρηση του πληθωρισμού από το 12% στο 2,8% την άνοιξη συνέβαλε αποφασιστικά στο εκλογικό αποτέλεσμα.

Για το 2027, η στατιστική καμπύλη δημιουργεί δύο εντελώς διαφορετικές πολιτικές πραγματικότητες:

Τέταρτον, έκτακτες επιταγές απέναντι σε σταθερή μηνιαία αιμορραγία. Οι εξαγγελίες της ΔΕΘ αντιστοιχούν σε μια ενδεικτική παραδοχή περίπου 420 ευρώ ωφέλειας, για το νοικοκυριό που είναι επιλέξιμο για το σύνολο των μέτρων· δεν ισχύει αυτόματα για κάθε νοικοκυριό. Στο κεντρικό σενάριο, το ποσό αυτό καλύπτει λογιστικά τις μηνιαίες απώλειες έως τον Μάιο.

Στο δυσμενές σενάριο, η αθροιστική πραγματική απώλεια εισοδήματος από τον Οκτώβριο έως τον Απρίλιο ανέρχεται σε περίπου 252 ευρώ, ποσό που η έκτακτη παροχή των 420 ευρώ υπερκαλύπτει λογιστικά, αφήνοντας καθαρό πλεόνασμα περίπου 168 ευρώ.

Επειδή όμως ο ψυχολογικός πόνος μιας απώλειας ζυγίζει βαρύτερα από την ισόποση ικανοποίηση ενός κέρδους, η υποκειμενική εικόνα αλλάζει ανάλογα με τον συντελεστή αποστροφής ζημίας: με τον μετριοπαθή συντελεστή μιας μετα-ανάλυσης του 2024 (1,31) το νοικοκυριό συνεχίζει να αισθάνεται οριακά κερδισμένο, ενώ με τον αυστηρότερο, ιστορικό συντελεστή των Kahneman και Tversky (2,25) η εξίσωση γυρίζει ψυχολογικά αρνητική.

Το συμπέρασμα δεν είναι ένα συγκεκριμένο ποσό σε ευρώ, αλλά η υπενθύμιση ότι η αντίληψη της βοήθειας εξαρτάται κρίσιμα από το πόσο βαριά ζυγίζει η απώλεια, όχι μόνο από το αν καλύπτεται λογιστικά. Πρόκειται για υποθετική συμπεριφορική αποτίμηση, όχι μέτρηση του πώς αισθάνονται πραγματικά τα ελληνικά νοικοκυριά.

Επιπλέον, υπάρχει μια μεγάλη κοινωνική κατηγορία που μένει εντελώς ακάλυπτη: το εργαζόμενο ζευγάρι του ιδιωτικού τομέα που δεν έχει συνταξιούχο στην οικογένεια, δεν απασχολείται στο δημόσιο και δεν δικαιούται επίδομα ενοικίου.

Με βάση διαφορετικές παραδοχές εισοδήματος και κατανάλωσης απ' ό,τι το βασικό ενδεικτικό νοικοκυριό (εξ ου και η απόκλιση από το σωρευτικό ποσό των 252 ευρώ) και χωρίς καμία έκτακτη ενίσχυση, αυτό το νοικοκυριό υφίσταται καθαρή ζημιά περίπου 105 ευρώ στο κεντρικό σενάριο και -493 ευρώ στο δυσμενές: εκτίμηση της αρχικής άσκησης που δεν έχει ακόμη αναπαραχθεί στο αναμορφωμένο παραμετρικό μοντέλο.

Τι σημαίνει αυτό για το χρόνο των εκλογών

Ο χειμώνας διαμορφώνει την αρνητική ψυχολογία: κορύφωση του πληθωρισμού και επιβαρυμένοι λογαριασμοί θέρμανσης. Το παραμετρικό μοντέλο υπολογίζει οικονομικά μεγέθη, όχι εκλογικές μεταβολές· η σύνδεση με την ψήφο χρειάζεται ανεξάρτητη εμπειρική τεκμηρίωση. Η άνοιξη, αντίθετα, τείνει να σβήσει τις εντυπώσεις στα δύο από τα τρία σενάρια:

Από τα συνθήματα στην ουσία των αριθμών

Η συζήτηση για τα μέτρα στήριξης απαιτεί συγκεκριμένη και ρεαλιστική κοστολόγηση:

Η οριζόντια μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ)

Μια μείωση 20 λεπτών στα καύσιμα κοστίζει 140 εκατομμύρια ευρώ τον μήνα, δηλαδή περίπου 980 εκατομμύρια ευρώ σε διάστημα 7 μηνών: ένα υποθετικό μέγεθος σύγκρισης, όχι κοστολόγηση συγκεκριμένης, νομικά ελεγμένης παρέμβασης. Στο πετρέλαιο κίνησης, ο ελληνικός ΕΦΚ (41 λεπτά/λίτρο) υπερβαίνει το ευρωπαϊκό κατώτατο όριο (33 λεπτά/λίτρο) κατά μόλις 8 λεπτά· χωρίς ειδική νομική εξαίρεση, το πραγματικό περιθώριο μείωσης είναι μικρότερο από το υποτιθέμενο.

Παρά το τεράστιο κόστος, η μείωση επιδοτεί αδιακρίτως όλες τις καταναλώσεις, χαρίζοντας πόρους και σε όσους δεν έχουν πραγματική ανάγκη. Ούτε η βασική παραδοχή των 140 εκατομμυρίων ευρώ τον μήνα είναι ανεξάρτητα επαληθευμένη· απαιτεί υπολογισμό με τις πραγματικές φορολογητέες ποσότητες ανά καύσιμο, λαμβάνοντας υπόψη τα ευρωπαϊκά κατώτατα όρια.

Η εναλλακτική λύση της Στοχευμένης Πίστωσης Ενέργειας

Αντί για οριζόντιες φοροαπαλλαγές, προτείνεται στοχευμένη πίστωση απευθείας στα τιμολόγια (μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας της φορολογικής αρχής) για 1.000.000 επιλέξιμα νοικοκυριά μεσαίου εισοδήματος που δεν λαμβάνουν καμία από τις έκτακτες ενισχύσεις της ΔΕΘ. Με παραδοχή συμμετοχής 80% (περίπου 800.000 ενεργοί δικαιούχοι), η μέση ενίσχυση διαμορφώνεται σε 139,50 ευρώ στο κεντρικό σενάριο και 279 ευρώ στο δυσμενές, ανά ενεργό δικαιούχο:


Η παρέμβαση αυτή κοστίζει μόλις το 11% έως 23% των πόρων μιας οριζόντιας μείωσης φόρων για αντίστοιχη χρονική περίοδο, χωρίς αυτό να σημαίνει ισοδύναμη προστασία· κατευθύνεται άμεσα σε όσους πλήττονται περισσότερο, και διατηρεί το κίνητρο για εξοικονόμηση πέρα από το πλαφόν κάθε νοικοκυριού.

Η ακρίβεια δεν ψηφίζει με βάση τους αφηρημένους στατιστικούς δείκτες τιμών. Ψηφίζει με την απόδειξη του πρατηρίου, το κόστος θέρμανσης και τη διαρκή σύγκριση με την προ κρίσης πραγματικότητα. Όσο η Ευρώπη ασφαλίζει μόνο το κλίμα αλλά αφήνει την ενέργεια απροστάτευτη, τον τελικό κίνδυνο τον αναλαμβάνει η λαϊκή ψήφος, ενώ το πολιτικό κόστος το καταβάλλει εξ ολοκλήρου όποιος κυβερνά.

 

* Ο Βαγγέλης Πιλάλης είναι Οικονομολόγος, Τραπεζικό Στέλεχος και πρώην μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (HDB).

 

* Διαβάστε τις παραδοχές και τα αποτελέσματα του παραμετρικού μοντέλου στη στήλη «Συνοδευτικό Υλικό».

ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων