Πολλά έχουν ήδη γραφτεί για τα υψηλά τραπεζικά κέρδη, τα χαμηλά επιτόκια καταθέσεων και τα υψηλά επιτοκιακά περιθώρια. Το ζήτημα εδώ είναι διαφορετικό: τι αποκαλύπτουν όλα αυτά μαζί για το επιχειρηματικό μοντέλο των ελληνικών τραπεζών, την προέλευση και τη βιωσιμότητα της κερδοφορίας τους και, τελικά, την κατανομή του οφέλους από την τραπεζική ανάκαμψη;
Προήλθαν τα κέρδη κυρίως από τραπεζική καινοτομία, ανάπτυξη χρηματοδοτικών εργαλείων για τις ΜΜΕ, νέες υπηρεσίες και διαφοροποιημένες πηγές εσόδων ή από την παραδοσιακή τραπεζική διαμεσολάβηση σε ένα εξαιρετικά ευνοϊκό περιβάλλον επιτοκίων;
Η διάσωση και ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών ήταν αναγκαία για την αποτροπή συστημικής κατάρρευσης και την αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Η μετέπειτα κερδοφορία ενίσχυσε τα κεφάλαια, συνέβαλε στην εξυγίανση των ισολογισμών και στην επιστροφή των τραπεζών σε κανονικότερη λειτουργία.
Η επιτυχία αυτή, όμως, δεν συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχη κοινωνική και οικονομική συνεισφορά. Η περίοδος υψηλής κερδοφορίας συνέπεσε με τη μεγάλη αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ, η οποία δεν μετακυλίστηκε συμμετρικά στις δύο πλευρές του τραπεζικού ισολογισμού.
Οι αποδόσεις σημαντικού μέρους του ενεργητικού αναπροσαρμόστηκαν γρήγορα προς τα πάνω, ενώ η αμοιβή σημαντικού μέρους της καταθετικής βάσης αυξήθηκε πολύ λιγότερο. Παράλληλα, η αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνη των προμηθειών, καθιστώντας τη διάρθρωση των βασικών τραπεζικών εσόδων περισσότερο εξαρτημένη από την επιτοκιακή διαμεσολάβηση.
Πηγές εσόδων και επιτόκια
Μεταξύ 9μήνου 2022 και 9μήνου 2023, περίπου το 96% της αύξησης των δύο βασικών πηγών εσόδων —καθαρών τόκων και προμηθειών— προήλθε από τα καθαρά έσοδα από τόκους, τα οποία αυξήθηκαν κατά 58,9%, έναντι 7,1% των προμηθειών.
Η αντιστροφή του επιτοκιακού κύκλου ενισχύει αυτή την εικόνα: το 2025, μετά την αποκλιμάκωση των επιτοκίων της ΕΚΤ, τα καθαρά έσοδα από τόκους μειώθηκαν κατά 3,8%. Ακόμη και στο α΄ εξάμηνο του 2025, πάντως, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο παρέμενε στο 2,5%, έναντι 1,5% των σημαντικών τραπεζών της Τραπεζικής Ένωσης.
Οι ιδιαίτερα θετικές παρουσιάσεις των διοικήσεων χρειάζονται, επομένως, προσεκτικότερη απόδοση στις πραγματικές πηγές της κερδοφορίας. Δεν μπορεί να αποδίδεται το σύνολο της επίδοσης σε «διοικητική υπεραπόδοση» (managerial alpha), όταν το σημαντικότερο μέρος της συνδέθηκε τόσο στενά με τον επιτοκιακό κύκλο και όχι με αντίστοιχης κλίμακας διαφοροποίηση, καινοτομία και ανάπτυξη νέων πηγών εσόδων.
Η πολύ υψηλή συγκέντρωση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος αποκτά πρόσθετη σημασία όταν συνδυάζεται με την περιορισμένη διαφοροποίηση των επιχειρηματικών μοντέλων. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, οι τέσσερις σημαντικές τράπεζες κατείχαν τον Ιούνιο του 2025 περίπου το 93% του συνολικού ενεργητικού του τραπεζικού συστήματος, ενώ όλες παραμένουν έντονα προσανατολισμένες στα καθαρά έσοδα από τόκους.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ότι λίγες τράπεζες ελέγχουν σχεδόν ολόκληρη την αγορά, αλλά και ότι ακολουθούν σε σημαντικό βαθμό παρόμοιο επιχειρηματικό πρότυπο. Αυτό έχει σημασία και για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Όπως επισημαίνει η ΕΚΤ, η διαφοροποίηση δραστηριοτήτων και πηγών εσόδων μπορεί να λειτουργεί ως απορροφητής κραδασμών, ενώ η συγκέντρωση τραπεζών σε παρόμοια επιχειρηματικά μοντέλα μπορεί να οδηγήσει σε συγκέντρωση συστημικού κινδύνου.
Η ομοιογένεια αυτή αποκτά πρόσθετη σημασία αν εξεταστεί και από τη σκοπιά της συμπεριφοράς των ίδιων των τραπεζών. Σε σχετική μελέτη μας για 152 ευρωπαϊκές τράπεζες από 27 χώρες της ΕΕ και τη Νορβηγία, την περίοδο 2011–2021, βρίσκουμε ότι οι τράπεζες δεν διαμορφώνουν πάντοτε ανεξάρτητα το επιχειρηματικό τους μοντέλο, αλλά τείνουν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους σε εκείνη των τραπεζών που θεωρούν συγκρίσιμες.
Η μιμητική συμπεριφορά γίνεται εντονότερη σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας και μπορεί να οδηγήσει σε σύγκλιση προς το κυρίαρχο πρότυπο του κλάδου. Η σύγκλιση αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκην ωφέλιμη, καθώς συνδέεται με μειωμένη επίδοση και μπορεί να ενισχύσει την ανάληψη κινδύνου και τη συσχέτιση των τραπεζικών συμπεριφορών, διευκολύνοντας τη μετάδοση κοινών διαταραχών στο σύστημα.
Ανταγωνισμός και μιμητισμός
Ένα ακόμη εύρημα της μελέτης έχει ιδιαίτερη σημασία για τον ανταγωνισμό. Οι τράπεζες που βρίσκονταν στο κατώτερο 15% ως προς το μέγεθος, την πιστωτική ποιότητα και τη βαρύτητά τους στην οικονομική δραστηριότητα εμφάνισαν εντονότερη και πιο ασταθή μιμητική συμπεριφορά από εκείνες του ανώτερου 15%.
Το αποτέλεσμα είναι συμβατό με την υπόθεση ότι το πληροφοριακό μειονέκτημα ενισχύει την τάση των μικρότερων τραπεζών να ακολουθούν τις επιλογές των άλλων.
Η προέκταση για την ελληνική αγορά είναι ουσιαστική: η είσοδος περισσότερων μικρότερων τραπεζών μπορεί να περιορίσει αριθμητικά τη συγκέντρωση, δεν εγγυάται όμως μεγαλύτερη διαφοροποίηση, εάν οι νέοι παίκτες ακολουθούν τις στρατηγικές των κυρίαρχων.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο περισσότερες τράπεζες, αλλά περισσότερες πραγματικά διαφορετικές τράπεζες.
Η ασυμμετρία στην επιτοκιακή διαμεσολάβηση παραμένει ορατή ακόμη και μετά την υποχώρηση των επιτοκίων. Τον Ιούλιο του 2026, οι καταθέσεις μίας ημέρας των νοικοκυριών εξακολουθούσαν να αποδίδουν μόλις 0,03%, ενώ το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων τακτής λήξης προς ΜΜΕ ήταν 4,45% και για δάνεια έως €250.000 έφθανε το 5,07%.
Το συνολικό περιθώριο μεταξύ νέων καταθέσεων και δανείων παρέμενε στο 4,28%. Οι καταθέτες, επομένως, επωφελήθηκαν ελάχιστα από την προηγούμενη άνοδο των επιτοκίων, ενώ το κόστος χρηματοδότησης των μικρότερων επιχειρήσεων παρέμεινε σημαντικό.
Στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων καταγράφεται πρόοδος, αλλά η εικόνα χρειάζεται προσεκτικότερη ανάγνωση. Η τραπεζική πίστη αυξάνεται με υψηλούς ρυθμούς, γεγονός σαφώς θετικό. Ωστόσο, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, στις αρχές του 2026 περίπου το ένα τρίτο των νέων επιχειρηματικών δανείων και το ένα τέταρτο της χρηματοδότησης προς ΜΜΕ υποστηρίζονταν από χρηματοδοτικά εργαλεία αναπτυξιακών τραπεζών ή/και από το Ταμείο Ανάκαμψης (RRF).
Παράλληλα, στο α΄ τρίμηνο του 2026, μεταξύ των ΜΜΕ που υπέβαλαν αίτηση για τραπεζικό δάνειο, το ποσοστό πλήρους έγκρισης μειώθηκε στο 49% από 53%, ενώ το ποσοστό απόρριψης αυξήθηκε στο 14% από 3%, με τις επιχειρήσεις να αναφέρουν αυστηρότερες απαιτήσεις εξασφαλίσεων και υψηλότερες επιβαρύνσεις.
Η πιστωτική επέκταση είναι πραγματική, αλλά δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην αυτόνομη ανάληψη πιστωτικού κινδύνου από τις τράπεζες ούτε σημαίνει ότι η πρόσβαση των μικρότερων επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση έχει γίνει αντίστοιχα ευκολότερη.
Κοινωνική απόδοση και μέλλον
Έτσι προκύπτει μια κρίσιμη ασυμμετρία: η κοινωνία συνέβαλε στην αποκατάσταση του τραπεζικού συστήματος, οι εξωτερικές συνθήκες συνέβαλαν ισχυρά στην ανάκαμψη της κερδοφορίας του, ενώ σημαντικό μέρος της νέας επιχειρηματικής χρηματοδότησης εξακολουθεί να υποστηρίζεται από δημόσια και ευρωπαϊκά εργαλεία.
Οι ελληνικές τράπεζες είναι σήμερα ασφαλέστερες, περισσότερο κεφαλαιοποιημένες και ιδιαίτερα κερδοφόρες — και αυτό αποτελεί πραγματική επιτυχία. Παραμένει, ωστόσο, το ερώτημα κατά πόσο η κοινωνική και παραγωγική απόδοση αυτής της ανάκαμψης είναι ανάλογη της στήριξης που προηγήθηκε.
Η πρόσφατη πρόωρη αποπληρωμή ποσού 2,5 δισ. ευρώ προς τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), με μέρος των εσόδων από την επανιδιωτικοποίηση τραπεζών που είχαν στηριχθεί μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας («Κ», 2.10.2026), προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανάγκης να διακρίνονται οι διαφορετικές μορφές οικονομικής απόδοσης.
Τα κεφάλαια προέρχονται από την πώληση συμμετοχών που είχε αποκτήσει το Δημόσιο κατά τις ανακεφαλαιοποιήσεις και όχι από μεταφορά της σημερινής τραπεζικής κερδοφορίας προς το Δημόσιο.
Η αποπληρωμή μειώνει ασφαλώς το δημόσιο χρέος, αλλά δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην ισόποσο οικονομικό κέρδος ούτε αποτιμά τη συνολική απόδοση των ανακεφαλαιοποιήσεων. Μια τέτοια αποτίμηση προϋποθέτει σύγκριση του συνολικού δημόσιου κόστους με την αξία που τελικά ανακτήθηκε.
Με την επανιδιωτικοποίηση, το Δημόσιο αποχωρεί ουσιαστικά από το μετοχικό κεφάλαιο ενός τραπεζικού συστήματος που παραμένει εξαιρετικά συγκεντρωμένο και για το οποίο η Επιτροπή Ανταγωνισμού επισημαίνει την ολιγοπωλιακή δομή, τα υψηλά εμπόδια εισόδου και συνθήκες που δεν ευνοούν τον έντονο ανταγωνισμό στις καταθέσεις.
Η μελλοντική κερδοφορία αποτελεί πλέον κυρίως ιδιωτική απόδοση προς τους μετόχους. Το ερώτημα είναι πώς η επιτυχία ενός σχεδόν πλήρως ιδιωτικοποιημένου τραπεζικού συστήματος θα διαχέεται ευρύτερα: μέσα από καλύτερες αποδόσεις για τους καταθέτες, ανταγωνιστικότερο κόστος χρηματοδότησης, ευκολότερη πρόσβαση των ΜΜΕ στην πίστωση και μεγαλύτερη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων.
Αυτό απαιτεί και μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς τις πραγματικές πηγές της τραπεζικής κερδοφορίας. Οι διοικήσεις οφείλουν να αναδεικνύουν όχι μόνο το ύψος των κερδών και τις αποδόσεις προς τους μετόχους, αλλά και τον βαθμό στον οποίο αυτές οι επιδόσεις προέρχονται από καινοτομία, διαφοροποίηση δραστηριοτήτων και διατηρήσιμα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.
Η διάκριση ενδιαφέρει άμεσα και τον ίδιο τον μέτοχο: η αξία μιας τράπεζας δεν καθορίζεται μόνο από την τρέχουσα κερδοφορία, αλλά κυρίως από την ικανότητά της να δημιουργεί βιώσιμες μελλοντικές ταμειακές ροές πέρα από την εκάστοτε επιτοκιακή συγκυρία.
Οι ελληνικές τράπεζες διένυσαν μια εξαιρετικά δύσκολη διαδρομή και είναι σήμερα σαφώς ισχυρότερες. Η επόμενη επιτυχία τους, όμως, δεν θα κριθεί μόνο από το ύψος των κερδών τους, αλλά από τη μετάβαση σε περισσότερο διαφοροποιημένα και καινοτόμα επιχειρηματικά μοντέλα, ικανά να δημιουργούν διατηρήσιμη αξία.
Το πραγματικό τεστ της επόμενης ημέρας δεν είναι μόνο πόσο κερδοφόρες θα είναι οι ελληνικές τράπεζες, αλλά πόσο διαφορετικές θα γίνουν και πόσο ευρύτερα θα διαχέονται τα οφέλη της επιτυχίας τους.
* Ο Κώστας Συριόπουλος είναι καθγητής χρηματοοοικονομικής στο Zayed University (UAE).
** Διονύσης Φίλιππας είναι καθηγητής χρηματοοικονομικών στο ESSCA School of Management (Παρίσι, Γαλλία).