Συνολικό κόστος από 10,2 έως 12,9 δισ. ευρώ σε βάθος τριετίας, υπολογίζει η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι θα κοστίσει η αντικατάσταση εξοπλισμού 5G από τους λεγόμενους προμηθευτές «υψηλού κινδύνου» στα δίκτυα της ΕΕ. Αντίθετα, οι ευρωπαϊκοί τηλεπικοινωνιακοί όμιλοι ανεβάζουν τον λογαριασμό έως και τα 40 δισ. ευρώ. Αυτό πάντως που παραμένει αναπάντητο είναι ποιος θα τον εξοφλήσει…
Ο λόγος για την νέα Πράξη για την Κυβερνοασφάλεια (Cybersecurity Act 2.0 – CSA2), την οποία παρουσίασε η Κομισιόν στις 20 Ιανουαρίου 2026 και προς το παρόν διανύει τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα.
Αν και το κείμενο είναι ακόμη υπό διαμόρφωση, διαφαίνεται ήδη προς τα πού θα κινηθεί ο σχεδιασμός προμηθειών τεχνολογικού εξοπλισμού, συμβάσεων και επενδύσεων στις επιχειρήσεις κρίσιμων υποδομών και, κατά βάσει, στους παρόχους τηλεπικοινωνιών.
Τις επιπτώσεις του υπό διαμόρφωση πλαισίου εξετάζει μελέτη του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Κυβερνοασφάλεια και Τεχνολογίες Τεχνητής Νοημοσύνης» του Πανεπιστημίου Πειραιώς, υπό την επιστημονική ευθύνη του καθηγητή Χρήστου Ξενάκη, σε συνεργασία με το Ελληνικό Ινστιτούτο Κυβερνοασφάλειας. Το ερώτημα που γεννάται δεν είναι αν η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερη ψηφιακή ασφάλεια, αλλά ποιος θα πληρώσει το κόστος που, όπως όλα δείχνουν, θα γεννήσει η Πρόταση CSA2, όπως σήμερα είναι διατυπωμένη.
Ένα πιστοποιητικό κοινό για 27 αγορές
Η Πρόταση CSA2 έχει θετικά σημεία για τους κατασκευαστές εξοπλισμού, αφού επιχειρεί να αντικαταστήσει το σημερινό «ποικιλόμορφο» τοπίο εθνικών απαιτήσεων με ένα ενιαίο ευρωπαϊκό πλαίσιο πιστοποίησης για προϊόντα και υπηρεσίες τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών (ΤΠΕ).
Βάσει του προσχεδίου, ο ENISA πρόκειται να καταρτίζει τα σχήματα πιστοποίησης, τα οποία θα εγκρίνει η Κομισιόν και διάφοροι διαπιστευμένοι φορείς θα εκδίδουν πιστοποιητικά με ισχύ σε όλη την ευρωπαϊκή αγορά.
Το ενιαίο ευρωπαϊκό σχήμα πιστοποίησης, στα πεδία προϊόντων και υπηρεσιών που καλύπτει, δεν θα αφήνει περιθώρια στα κράτη-μέλη να προσθέσουν και δικές τους απαιτήσεις στις διαδικασίες. Πρακτικά, ένα πιστοποιημένο προϊόν θα αποκτά φθηνότερη πρόσβαση σε 27 αγορές, με ένα κοινό πιστοποιητικό.
Η πιστοποίηση κατ' αρχήν θα είναι εθελοντική, ενώ ο πήχης των απαιτήσεων θα ανεβαίνει ανάλογα με το προϊόν και τη χρήση του. Μια ακόμη καινοτομία είναι ότι προτείνεται για πρώτη φορά να μπορεί να πιστοποιείται και η συνολική «ωριμότητα» μιας επιχείρησης στην κυβερνοασφάλεια. Επιπλέον, τα σχήματα πιστοποίησης θα διευκολύνουν -χωρίς πλήρη διασφάλιση- να αποδείξει μια εταιρεία και την συμμόρφωσή της με την Πράξη για την Κυβερνοανθεκτικότητα (CRA).
Το «made in…» ως διαβατήριο
Ένα αμφιλεγόμενο σημείο της Πρότασης αφορά στην εφοδιαστική αλυσίδα εξοπλισμού ΤΠΕ. Οι οντότητες που περιγράφονται στην Οδηγία NIS2, δηλαδή τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, υπηρεσίες cloud, χρηματοπιστωτικός τομέας και άλλοι κλάδοι, θα ζητηθεί να αξιολογήσουν πόσο εξαρτώνται από τους λεγόμενους προμηθευτές «υψηλού κινδύνου» και να συμμορφώνονται με μέτρα που θα ορίζονται με εκτελεστικές πράξεις.
Η βεντάλια θα περιλαμβάνει από απαιτήσεις διαφάνειας και ελέγχους τρίτων έως την ενδεχόμενη απαγόρευση χρήσης εξοπλισμού σε σημεία των κρίσιμων υποδομών. Το κείμενο της Πρότασης περιγράφει ότι η αξιολόγηση δεν θα στηρίζεται μόνο σε τεχνικά χαρακτηριστικά.
Στην εξίσωση θα μπαίνουν παράμετροι όπως το ιδιοκτησιακό καθεστώς, η χώρα προέλευσης και το νομικό περιβάλλον του προμηθευτή, ενώ η Κομισιόν επιδιώκει να μπορεί να χαρακτηρίζει κάποιες τρίτες χώρες ως «υψηλού κινδύνου». Οι σχετικοί προμηθευτές εξοπλισμού ενδέχεται να αποκλείονται από δημόσιες συμβάσεις και από προγράμματα με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Το πλαίσια αυτό περιγράφεται ως ασαφές και ανοιχτό σε πολλαπλές ερμηνείες, από την νέα μελέτη. Για τις αγορές, η ασάφεια και τα ανοιχτά σενάρια, συνήθως οδηγούν σε επενδυτική αβεβαιότητα, ενώ λιγότεροι διαθέσιμοι προμηθευτές σημαίνουν εξασθένιση ανταγωνισμού και εν τέλει ακριβότερο εξοπλισμό.
Η επιλογή προμηθευτών για τα εθνικά ψηφιακά δίκτυα αποτελεί έως σήμερα κατά βάση εθνική απόφαση. Με το CSA2 η Κομισιόν διεκδικεί την αρμοδιότητα για τη λήψη των αποφάσεων αυτών, περιορίζοντας το ρόλο των κρατών - μελών κυρίως σε θέματα εποπτείας, κάτι που κατά τη μελέτη θέτει ζήτημα εθνικής κυριαρχίας.
Το δίλλημα για τις τηλεπικοινωνίες
Η μεγαλύτερη πίεση προβλέπεται να ασκηθεί στον τηλεπικοινωνιακό κλάδο. Για τα δίκτυα κινητής, η πρόταση προβλέπει ενδεχόμενο σταδιακής αντικατάστασης εξοπλισμού προμηθευτών «υψηλού κινδύνου» εντός 36 μηνών από τη δημοσίευση του σχετικού καταλόγου, έστω και αν ο εξοπλισμός αυτός είναι πλήρως λειτουργικός, πληρώντας τα τεχνικά κριτήρια αξιολόγησης.
Η εκτίμηση επιπτώσεων της Επιτροπής, για ένα συγκεκριμένο σενάριο αντικατάστασης εξοπλισμού 5G, τοποθετεί το κόστος μεταξύ 3,4 και 4,3 δισ. ευρώ ετησίως. Πάντως, από μια πιο προσεκτική ανάγνωση προκύπτει ότι τα ποσά δεν αφορούν στο συνολικό κόστος εφαρμογής, αφού η εγκατάσταση, η εκπαίδευση προσωπικού, η διαλειτουργικότητα με τα υφιστάμενα συστήματα και πιθανή αναθεώρηση συμβάσεων μπορεί να πολλαπλασιάσουν το κόστος.
Ο κλάδος όμως, προβλέπει πολύ υψηλότερο «λογαριασμό». Όπως αναφέρεται σε κοινή δήλωσή τους, οι επικεφαλής 17 ευρωπαϊκών τηλεπικοινωνιακών ομίλων κάνουν λόγο για κόστος έως 40 δισ. ευρώ, επικαλούμενοι μελέτη της GSMA Intelligence.
Υπενθυμίζουν δε ότι ο κλάδος επενδύει ήδη περίπου 64 δισ. ευρώ τον χρόνο, ενώ σύμφωνα με τον Διεθνή Σύνδεσμο Παρόχων Κινητής (GSMA) απαιτούνται επιπλέον 475 δισ. ευρώ για να αποκτήσει η Ευρώπη δίκτυα κινητής παγκόσμιου επιπέδου.
Εδώ εμφανίζεται και το κόστος ευκαιρίας, καθώς είναι λογικό ότι τα κεφάλαια που ενδέχεται να κατευθυνθούν σε μια υποχρεωτική αντικατάσταση εξοπλισμού που λειτουργεί κανονικά -με κριτήρια σε μεγάλο βαθμό μη τεχνικά- προβλέπεται ότι θα «κοπούν» από επενδύσεις σε δίκτυα 5G - 6G, gigabit, υποθαλάσσια καλώδια και άλλες τεχνολογίες αιχμής.
Ποιος επωμίζεται το κόστος;
Η πρόταση δεν προβλέπει γενικό, εγγυημένο μηχανισμό αποζημίωσης για τον εξοπλισμό που ενδέχεται να αποσυρθεί. Το βάρος, επομένως, μεταφέρεται στους παρόχους. Η Επιτροπή εξετάζει και ένα ακραίο σενάριο πλήρους μετακύλισης στους συνδρομητές, με επιβάρυνση από 6,5 έως 8,3 ευρώ ανά συνδρομητή ετησίως για τρία χρόνια, το οποίο η ίδια θεωρεί απίθανο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο καταναλωτής μένει στο απυρόβλητο.
Με τα περιθώρια του κλάδου ήδη πιεσμένα από τον ανταγωνισμό, όποιο κόστος δεν περάσει στα τιμολόγια είναι πιθανό να «κοπεί» από τα επενδυτικά πλάνα. Ο τελικός χρήστης θα επιβαρυνθεί, αν όχι στον λογαριασμό του, τότε μέσω της βραδύτερης ανάπτυξης δικτύων και υπηρεσιών.
Τα κρίσιμα σημεία
Οι επιπτώσεις του τελικού κείμενο του CSA2 θα κριθεί σε μερικά βασικά πεδία. Αυτά είναι τα τεχνικά και μη τεχνικά κριτήρια αξιολόγησης των προμηθευτών εξοπλισμού, τα περιθώρια που θα δοθούν για επιλογή εξοπλισμού με εθνικά κριτήρια και την κατανομή του κόστους.
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η Ευρώπη χρειάζεται ασφαλέστερες ψηφιακές υποδομές. Το στοίχημα είναι να τις αποκτήσει με μέτρα αναλογικά προς τον πραγματικό κίνδυνο και τις διαθέσιμες εναλλακτικές, δίνοντας καθαρή απάντηση στα ερωτήματα που η πρόταση αφήνει ανοιχτά. Διαφορετικά, η ψηφιακή ασφάλεια κινδυνεύει να πληρωθεί με νόμισμα την ανταγωνιστικότητα και την τεχνολογική καθυστέρηση.
* Καθηγητής Πανεπιστήμιο Πειραιώς.