Επανέρχονται στο προσκήνιο οι φωνές που ζητούν τον αποκλεισμό του κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) από την πολιτική ζωή της χώρας, αν και υπάρχει έντονος αντίλογος.
Η συζήτηση αυτή ξανάρχισε μετά τις εκλογές της 6ης Σεπτεμβρίου στη Σαξονία-Άνχαλτ, στις οποίες το AfD έλαβε το 43,8% των ψήφων και κατέστη η πρώτη πολιτική δύναμη του κρατιδίου.
Η πρόταση να εξεταστεί η απαγόρευσή του διχάζει τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU), όμως έχει τη στήριξη σοσιαλδημοκρατών ηγετών.
Πρωτοβουλίες και διαφωνίες
Χαρακτηριστική είναι η πρόταση του Χέντρικ Βουστ, πρωθυπουργού της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας και εξέχοντος στελέχους του CDU, για τη σύσταση κοινής επιτροπής της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και των κρατιδίων με σκοπό την εξέταση των νομικών δυνατοτήτων απαγόρευσης του AfD.
Ο Βουστ ανήκει στο ίδιο κόμμα με τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, αν και οι δύο διατηρούν διαφορετικές θέσεις σχετικά με τη σκοπιμότητα της απαγόρευσης. Η πρόταση του Χριστιανοδημοκράτη ηγέτη υποστηρίχθηκε από τον Αντρέα Μπόβενσουτε, δήμαρχο-πρόεδρο της Βρέμης και εξέχον μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD), καθώς και άλλων περιφερειακών ηγετών.
Στις 16 Οκτωβρίου, ο Μπόβενσουτε ζήτησε τη δημιουργία μιας ομάδας εργασίας επιφορτισμένης με τη μελέτη των διαθέσιμων στοιχείων για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει βάση για να ζητηθεί η απαγόρευση του κόμματος.
Ο ίδιος ο καγκελάριος έχει εκφράσει δημόσια τις επιφυλάξεις του για τη στρατηγική της απαγόρευσης. «Παραμένω σκεπτικός ως προς τις πιθανότητες επιτυχίας μιας διαδικασίας απαγόρευσης», δήλωσε ο Μερτς τον Σεπτέμβριο. Ο Χριστιανοδημοκράτης ηγέτης θεωρεί ότι οι συνταγματικές απαιτήσεις είναι πολύ υψηλές και ότι η νομική εξαφάνιση του AfD δεν θα έλυνε τις ανησυχίες των ψηφοφόρων του.
Η πρότασή του συνίσταται στην ανάκτηση αυτού του εκλογικού σώματος μέσω μιας πολιτικής που θα λαμβάνει υπόψη της τις ανησυχίες και τις επιφυλάξεις στην πολιτική των γερμανικών κυβερνήσεων.
Αντιδράσεις και εξωτερική πολιτική
Ο διχασμός επεκτείνεται και στη Χριστιανοκοινωνική Ένωση της Βαυαρίας (CSU), παραδοσιακό σύμμαχο του CDU. Ο πρόεδρός της, Μάρκους Ζέντερ, προειδοποίησε για τις συνταγματικές δυσκολίες της απαγόρευσης και τον κίνδυνο να μετατραπεί το AfD σε μια οργάνωση-μάρτυρα.
«Σε μια δημοκρατία πρέπει να εργάζεσαι με δημοκρατικά μέσα», δήλωσε ο Βαυαρός ηγέτης, ο οποίος θεωρεί προτιμότερο να προετοιμαστούν καλύτερα οι επόμενες εκλογές και να βρεθούν επιχειρήματα ικανά να πείσουν τους ψηφοφόρους.
Ένας από τους κύριους υποστηρικτές της διαδικασίας αποκλεισμού του AfD είναι ο Γκέοργκ Μάιερ, υπουργός Εσωτερικών της Θουριγγίας και μέλος του SPD. Ο Μάιερ εισήγαγε στη συζήτηση ένα επιχείρημα που σχετίζεται με την εξωτερική πολιτική και τις υποτιθέμενες διασυνδέσεις του AfD με τη Ρωσία.
Σε δηλώσεις του στην οικονομική εφημερίδα Handelsblatt στις 6 Οκτωβρίου, ανέφερε ότι η υποστήριξη των ηγετών του κόμματος προς τη Μόσχα θα μπορούσε να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο σε μια ενδεχόμενη συνταγματική απαγόρευση.
Η συζήτηση έφτασε επίσης στο περιφερειακό κοινοβούλιο της Θουριγγίας, το οποίο πραγματοποίησε στις αρχές Οκτωβρίου δημόσια ακρόαση με εννέα ειδικούς για να εξετάσει την πιθανή απαγόρευση.
Μεταξύ των παρισταμένων ήταν ο Χανς-Γκέοργκ Μάασεν, πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας για την Προστασία του Συντάγματος, ο οποίος εμφανίστηκε επικριτικός απέναντι στα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για την προώθηση της διαδικασίας. Πάντως η συζήτηση ανέδειξε τις δυσκολίες μιας πρωτοβουλίας που θα έπρεπε να ξεπεράσει σημαντικά νομικά εμπόδια και η οποία θα μπορούσε να διαρκέσει χρόνια.
Στις περιφερειακές πρωτοβουλίες προστέθηκε η προκαταρκτική συμφωνία που παρουσιάστηκε στις 17 Οκτωβρίου από το SPD, τους Πράσινους και το κόμμα Die Linke (Η Αριστερά) για τη διαπραγμάτευση σχηματισμού κυβέρνησης στο Βερολίνο.
Το έγγραφο προβλέπει την προώθηση μιας διαδικασίας κατά του AfD και την αναζήτηση στήριξης από άλλες περιφερειακές κυβερνήσεις.
Είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς τι θα γίνει στο μέλλον. Πάντως είναι σίγουρο ότι όσο θα ενισχύεται η θέση του AfD στις δημοσκοπήσεις τόσο θα εντείνονται οι φωνές εκείνων που θα ζητούν την απαγόρευση του. Παράδοξο για μία δημοκρατία, αλλά έτσι είναι.