Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Στην Αθήνα, τουρκικές προκλήσεις όπως αυτή στην οποία προχώρησε πρόσφατα η Άγκυρα με την έκδοση δύο Navtex για 23 ελληνικά νησιά και για υποχρέωση ενημέρωσής της σε περίπτωση εργασιών σε θαλάσσια περιοχή που θεωρεί ότι εντάσσεται στην υφαλοκρηπίδα της, κατά κανόνα θεωρούνται ως τμήμα του ευρύτερου παζαριού που διεξάγει κατά καιρούς η γείτονα.
Ιδίως, προ συναντήσεων κορυφής, όπως η επικείμενη μεταξύ του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, αυτές οι προκλήσεις απαντώνται με την έκδοση αντίστοιχων Αγγελιών προς Ναυτιλλομένους (Navtex) και πάντως με κάθε προσήκον διπλωματικό βήμα υπό τις περιστάσεις.
Σήμερα, όμως, η Αθήνα πρακτικά σιωπά. Αν και πηγές του ΥΠΕΞ υποστηρίζουν ότι έχουν υπάρξει κατάλληλες κινήσεις εκ μέρους της Αθήνας, η οποία διατηρεί το δικαίωμα να απαντήσει όπως και όταν κρίνει σκόπιμο, ούτε η ελληνική Υδρογραφική Υπηρεσία έχει εκδώσει σχετικές Navtex σε απάντηση των τουρκικών, ούτε έχει υπάρξει δημόσια διπλωματική κίνηση έναντι της Τουρκίας από το ΥΠΕΞ. Όλα αυτά, δε, παρά τις συνεχείς και κλιμακούμενες προκλήσεις της Άγκυρας.
Για την ακρίβεια, πέραν της καινοφανούς πρακτικής της Άγκυρας να εκδώσει Navtex με διετή διάρκεια (έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027), αμφισβητώντας την ελληνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας στο Αιγαίο αλλά και θέτοντας εκ νέου θέμα αποστρατικοποίησης σειράς ελληνικών νησιών -έναντι των οποίων στέκουν η τουρκική στρατιά του Αιγαίου αλλά και ο μεγαλύτερος αποβατικός στόλος της Μεσογείου-, την ακριβώς επόμενη ημέρα το Τουρκικό Υπουργείο Άμυνας ισχυρίστηκε ότι αυτές οι Navtex είναι αορίστου διαρκείας.
Με ανάρτησή του, δε, σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης το Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας έθεσε εκ νέου χθες θέμα τουρκικής μειονότητας στη Θράκη, δημοσιεύοντας μάλιστα και φωτογραφία του Αχμέτ Σαδίκ και τονίζοντας ότι «... θα συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε τα δικαιώματα των συμπατριωτών μας, τα οποία βασίζονται στο διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες, και θα είμαστε πάντα στο πλευρό τους».
Κοντολογίς, μόλις λίγες ημέρες πριν την προγραμματισμένη, κατά δήλωση του πρωθυπουργού, για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Φεβρουαρίου, συνάντησή του με τον Τούρκο πρόεδρο και τη σύγκληση του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας, μεταξύ των δύο χωρών, υπό τους Κυριάκο Μητσοτάκη και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα, η Τουρκία προχωρά σε μία σειρά επαναλαμβανόμενων και εντεινόμενων προκλήσεων.
Είτε πρόκειται περί μιας επανάληψης της συνήθους τακτικής της γείτονος να μεγιστοποιεί τις απαιτήσεις της ενόψει συνομιλιών, όπως θεωρεί η Αθήνα, είτε περί μίας σκόπιμης προσπάθειας να οδηγηθούν αυτές οι συνομιλίες σε ναυάγιο πριν καν αρχίσουν, αυτό το «παιχνίδι» της Άγκυρας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια την επικείμενη συνάντηση των δύο ηγετών σε «τετ α τετ» με χαμηλές προσδοκίες.
Συνιστά, δε, κατ’ ορισμένους, μία προσπάθεια να οδηγηθεί η Αθήνα σε σπασμωδικές ενέργειες ή και να ακυρώσει μονομερώς την διεξαγωγή του επικείμενου διαλόγου μεταξύ των δύο πλευρών, ώστε να αναδειχθεί αυτή ως η «κακοποιός» χώρα.
Υπό το φως όλων αυτών και παρά τις διαβεβαιώσεις του υπουργού Εξωτερικών της γείτονος, Χ. Φιντάν, ότι δεν πρέπει να σηκωθούμε από το τραπέζι πριν λύσουμε όλα τα προβλήματα, οι προσδοκίες από τη συνάντηση Μητσοτάκη - Ερντογάν οφείλουν να είναι περιορισμένες.
Ιδίως όταν αποδεικνύεται και στην πράξη ότι η Τουρκία θέλει να βάλει στο τραπέζι «προβλήματα» που ούτε κατά διάνοια επιθυμεί να συζητήσει η Αθήνα.