Το καλοκαίρι του 2020 η Ελλάδα συνήψε συμφωνία οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης με την Ιταλία και -μερικής- με την Αίγυπτο. Πέραν αυτών των δύο κρατών, η Ελλάδα δεν έχει συνάψει αντίστοιχες συμφωνίες με άλλο κυρίαρχο κράτος με αντικείμενες ακτές, συμπεριλαμβανομένης της Λιβύης και της Αλβανίας, μολονότι με αμφότερες έχει φθάσει κατά το παρελθόν πλησίον ενός τέτοιου ενδεχομένου.
Με την Τουρκία, δε, αναγνωρίζει αυτή την εκκρεμότητα, περί υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, ως τη μόνη -ή, κατά την πρωθυπουργική ρήση, τη «μεγάλη»- διαφορά με τη γείτονα.
Πρόσφατα, συνήψε συμφωνία με την κοινοπραξία των εταιρειών Chevron - Helleniq Energy για την παραχώρηση αποκλειστικών δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων σε θαλάσσιες περιοχές νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης, η οποία μέλλει να επικυρωθεί από το ελληνικό Κοινοβούλιο.
Σε αυτή τη συμφωνία, όπως προκύπτει από το κείμενό της το οποίο βρίσκεται αναρτημένο στην ιστοσελίδα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατόπιν απαίτησης της κοινοπραξίας συμπεριελήφθη όρος βάσει του οποίου η Ελλάδα, ως εκμισθώτρια χώρα, υποχρεούται σε αποζημίωση της μισθώτριας κοινοπραξίας για δαπάνες που αυτή έχει καταβάλει στο πλαίσιο της συμφωνίας, σε περίπτωση που το συμβατικό αντικείμενό της τροποποιηθεί βάσει συμφωνίας οριοθέτησης ΑΟΖ που τυχόν συνάψει με μία ή περισσότερες χώρες.
Δηλαδή, σε περίπτωση που τροποποιηθεί η συμβατική θαλάσσια περιοχή και η μισθώτρια κοινοπραξία βρεθεί να διεξάγει έρευνες ή ακόμη και να έχει προχωρήσει σε εκμετάλλευση υδρογονανθράκων σε περιοχή που δεν θα βρίσκεται πλέον σε ελληνική δικαιοδοσία.
Με άλλα λόγια, σε περίπτωση που η Ελλάδα συνάψει συμφωνία η οποία θα «απεμπολεί» κυριαρχικά της δικαιώματα σε θαλάσσιες περιοχές που σήμερα εμπίπτουν στη συμβατική περιοχή την οποία εκμισθώνει στη Chevron - Helleniq Energy.
Η απάντηση δε στο καταφανώς εύλογο ερώτημα εάν δικαιούται να πράξει αναλόγως, δηλαδή να απεμπολήσει κυριαρχικά δικαιώματα, εντοπίζεται στο γεγονός ότι σήμερα, ως κυρίαρχο κράτος, δεν έχει μεριμνήσει ώστε να κατοχυρώσει αυτά τα δικαιώματα μέσω της σύναψης μιας συμφωνίας οριοθέτησης ΑΟΖ με έτερο κυρίαρχο κράτος με το οποίο έχει αντικείμενες ακτές, όπως προβλέπει η διεθνής συμφωνία UNCLOS (Δίκαιο της Θάλασσας).
Πριν υψωθεί δε η ρομφαία οργίλης αντίδρασης έναντι ενός τέτοιου ενδεχομένου, «απεμπόλησης κυριαρχικών δικαιωμάτων», οφείλουμε -κατά το δυνατόν νηφαλίως - να αναλογιστούμε τρία τινά.
Πρώτον, ότι βάσει της UNCLOS, η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ -εν αντιθέσει προς τα δικαιώματα κυριαρχίας (αιγιαλίτιδα ζώνη, εναέριος χώρος)- είναι αντικείμενο διεκδίκησης και συνεννόησης με την «απέναντι» πλευρά. Δεν αποκτώνται χωρίς συζήτηση / διαπραγμάτευση / οριοθέτηση, πάντως, επί αντικείμενων ακτών.
Δεύτερον, ότι η Ελλάδα δεν μερίμνησε έως τώρα να συνάψει αυτές τις απαραίτητες συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ, καθώς δεν έχει καταλήξει, με υπαιτιότητα είτε δική της είτε του δυνητικά αντισυμβαλλόμενου κράτους, στη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας.
Τρίτον, ότι οποιοσδήποτε τρίτος επενδυτής, εν προκειμένω η Chevron - Helleniq Energy, οφείλει να διασφαλίσει τα συμφέροντά του, λαμβάνοντας τις απαραίτητες εγγυήσεις, πριν συναινέσει στη διεξαγωγή ερευνών ή/και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων σε θαλάσσιες περιοχές όπου δεν υφίσταται συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ, βάσει των προβλέψεων της UNCLOS.
Κοντολογίς, η συγκεκριμένη πρόβλεψη στη συμφωνία Ελλάδας - Chevron - Helleniq Energy αντικατοπτρίζει το «κόστος» που καλείται σήμερα να καταβάλει η χώρα μας για την υιοθέτηση της πολιτικής «άφησέ το για αργότερα», η οποία μάλιστα φέρει και το όνομα αειμνήστου κορυφαίου Έλληνα διπλωμάτη, που χαρακτήρισε την εξωτερική της πολιτική και δη τις σχέσεις της με την Τουρκία επί δεκαετίες, κατά τη Μεταπολίτευση.
Αντιστοίχως, η συγκεκριμένη πρόβλεψη θέτει άπαντες ενώπιον των ευθυνών τους, τόσο ως προς τους όρους διαφάνειας υπό τους οποίους διεξάγονται οι συνομιλίες με γειτονικά κράτη αναφορικά με την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ όσο και εθνικής ευθύνης, ως προς τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας.