Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Καλή η “σωστή πλευρά της Ιστορίας” και ακόμη καλύτερο το -πολύπαθο στις ημέρες μας - διεθνές δίκαιο, όμως ορισμένες φορές είναι ίσως καλύτερη η σοφία του “ποτέ μην λες ποτέ”.
Διότι, υπό το φως των καταιγιστικών εξελίξεων στην διεθνή αγορά ενέργειας, μετά τα εκατέρωθεν πλήγματα που δέχτηκαν Ιράν και Κατάρ στα κοιτάσματά τους, εκ των μεγαλυτέρων παγκοσμίως σε φυσικό αέριο, η απόφαση που ανακοίνωσαν μόλις πριν από λίγες ημέρες, στις 11 Μαρτίου, οι G7, ότι η κατάσταση στη Μέση Ανατολή δεν δικαιολογεί άρση κυρώσεων κατά της Ρωσίας, για τον πόλεμο στην Ουκρανία, ίσως αναθεωρηθεί και μάλιστα υπό το φως των εξελίξεων, σύντομα.
Ήδη το προηγούμενο Σάββατο ο πρωθυπουργός του Βελγίου Μπαρτ Ντε Βέβερ κάλεσε την Ευρωπαϊκή Ένωση να λάβει εντολή από τα κράτη-μέλη της για να διαπραγματευθεί με τη Ρωσία, άποψη που εμφανίζονται να συμμερίζονται και αρκετοί άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου του Γάλλου Προέδρου Εμ. Μακρόν.
Όπως επεσήμανε το Euractiv, αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, έχουν επιχειρήσει πρόσφατα να αναζωογονήσουν τις επαφές με τον Ρώσο Πρόεδρο, Βλ. Πούτιν, επιδιώκοντας να μην αφεθεί αποκλειστικά στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ η επίτευξη μιας διευθέτησης για την εισβολή που εξαπέλυσε η Ρωσία τον Φεβρουάριο του 2022 στην Ουκρανία.
«Ή θα αναγκαστούμε να ξαναγαπήσουμε τη Ρωσία ή οι χώρες και κυρίως η Ευρώπη θα υποστεί τις συνέπειες», είπε πρόσφατα ο Νίκος Καραμούζης, επικεφαλής του SMERemediumCap και “βετεράνος” του χρηματοοικονομικού χώρου, αναφερόμενος στις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης στην παγκόσμια οικονομία και ειδικά την ευρωπαϊκή.
Κατά τον ίδιο, δε, «εάν η κατάσταση δεν αποκλιμακωθεί και αρχίσουν και καταστρέφονται κρίσιμες ενεργειακές υποδομές ιδίως σε εγκαταστάσεις φυσικού αερίου και διυλιστήρια που διυλίζουν σημαντικό μέρος της παγκόσμιας παραγωγής, τότε θα πάμε σε καταστάσεις πολύ ακριβής πρώτης ύλης και όλων των παραγώγων πετρελαίου». Εξέλιξη που αν και χαρακτηρίζεται ως “worse case scenario” σήμερα δεν απέχει ιδιαίτερα από την πραγματικότητα.
Το προφανές ερώτημα, εν προκειμένω, είναι κατά πόσον θα όφειλε υπό το πρίσμα όλων αυτών να εγκαταλείψει η Ευρώπη την “ορθή πλευρά της Ιστορίας” και να άρει, τμηματικά, μερικώς ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο έκρινε σκόπιμο, τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, για όσα έπραξε εισβάλλοντας στην Ουκρανία.
Η απάντηση, όσο δυσχερής κι αν εμφανίζεται σήμερα, ίσως καταστεί ευχερέστερη μόλις το κόστος της βενζίνης στην αντλία οδηγήσει σε μαζικές αντιδράσεις στις ευρωπαϊκές χώρες και όταν οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης οδηγήσουν ακόμη και σε ύφεση την -ήδη ασθμαίνουσα - ευρωπαϊκή οικονομία.
Όλα αυτά, δε, εάν θεωρήσουμε ότι στο “καντάρι” ζυγίζονται αυτήν την στιγμή, από την μία πλευρά η τήρηση του διεθνούς δικαίου και από την άλλη η κυνική προσαρμογή στις απαιτήσεις των καιρών.
Εάν όντως είναι έτσι τα πράγματα, όμως, τότε θα οφείλαμε να προσμετρήσουμε και την στάση της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ όταν αυτές παραβίαζαν το διεθνές δίκαιο, είτε στην Βενεζουέλα, είτε στο Ιράν, είτε αλλού, διότι διαφορετικά ο εμπαιγμός θα ήταν υπερμεγέθης.
Έτσι, λοιπόν, συμπαθείς οι εξαγγελίες του φιλτάτου Εμμ. Μακρόν, ο οποίος φιλοξένησε και την σύνοδο των G7 πρόσφατα, όταν δήλωνε ότι “η τρέχουσα κατάσταση στη Μέση Ανατολή, που έχει προκληθεί από τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν και τις συνέπειές του στην πετρελαϊκή αγορά, δεν δικαιολογεί την άρση των κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας”, όμως, θα όφειλε κανείς να αναζητήσει την προφανή αντίφαση που εμπεριέχει αυτή η φράση.
Πού βρίσκεται άραγε και πόσο θα κοστίσει στην Ευρώπη;