Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Εν μέσω ζητωκραυγών για την αύξηση του κατώτατου μισθού, χθες, η Ελλάδα “έμαθε” ότι ανταγωνίζεται την Βουλγαρία στον κατάλογο των ευρωπαϊκών κρατών με το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, στην Ευρωπαϊκή Ένωση (GDP per capita in PPS).
Για την ακρίβεια, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Eurostat, η Ελλάδα “έμαθε” ότι καταγράφει το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης στην ΕΕ, στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, μοιραζόμενη πλέον την τελευταία θέση με τη Βουλγαρία.
Το στοιχείο, δε, που καθιστά αυτήν την πληροφορία ακόμη πιο δύσπεπτη, είναι ότι ενώ η Βουλγαρία ανέβηκε δύο σκαλοπάτια στην σχετική κατάταξη, (από 66% του μέσου κοινοτικού επιπέδου το 2024 σε 68% το 2025), η Ελλάδα υποχώρησε κατά μία βαθμίδα (από 69%, σε 68%, αντιστοίχως).
Ωστόσο, δεν πρόκειται περί μίας “γνήσιας” είδησης. Η Ελλάδα βρίσκεται περίπου σε αυτά τα επίπεδα από το 2014, όπως προκύπτει από τον σχετικό πίνακα της Eurostat καθώς το ποσοστό της κυμαίνεται από 71% το 2014 έως 68% το 2025 ενώ της Βουλγαρίας διαμορφωνόταν στο 48% και στο 68% κατά τα αντίστοιχα έτη.
Με άλλα λόγια ενώ οι φίλτατοι του πάλαι ποτέ σιδηρού παραπετάσματος σημείωναν πρόοδο, εμείς -βεβαίως και εν μέσω μνημονιακών περικοπών- περπατούσαμε κάνοντας ένα βήμα εμπρός και ενίοτε δύο πίσω, για να παραφράσουμε και μία “ψυχή”.
Τι μας λένε, όμως αυτά τα στοιχεία στην πραγματικότητα, εάν θέσουμε στην άκρη το γεγονός ότι εμπεριέχουν και ένα σημαντικό στατιστικό σφάλμα εξαιτίας της παραμέτρου της φοροδιαφυγής;
Πρώτον, ότι οι Έλληνες, δεν παράγουν αρκετό πλούτο και άρα δεν κερδίζουν αρκετά, κι ας αυξάνεται σε ονομαστικό επίπεδο ο κατώτατος μισθός τους και δεύτερον ότι το περιβάλλον εντός του οποίου διαβιούν είναι ακριβό. Αντικειμενικά ακριβό σε σχέση με τα ισχύοντα στην ΕΕ, καθώς ακριβώς αυτό μετρά ο σχετικός δείκτης (GDP per capita in PPS) που εκπονεί η Eurostat.
Κοντολογίς ότι το παραγωγικό μοντέλο της χώρας και η παραγωγικότητά της δεν είναι αυτές που θα έπρεπε να είναι ώστε να ανταγωνίζεται ευθέως τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες και ότι οι συνθήκες ανταγωνισμού στην εγχώρια αγορά είναι στρεβλές, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στο επίπεδο των τιμών των καταναλωτικών και λοιπών αγαθών.
Όχι ότι χρειαζόμασταν την Eurostat για να μάθουμε ότι υπάρχει ακρίβεια και τα λοιπά του οίκου μας, για τα οποία κραυγάζει η κυριότερη εργοδοτική οργάνωση της χώρας, ο ΣΕΒ, εδώ και χρόνια. Όπως αντίστοιχα πράττει και για την απουσία διασύνδεσης μεταξύ της αγοράς εργασίας και του εκπαιδευτικού συστήματος ή την αναντιστοιχία προσφερόμενων δεξιοτήτων και των απαιτήσεων της αγοράς απασχόλησης σε εξειδικευμένο δυναμικό.
Πρόκειται, όμως, για στοιχεία που έρχονται προς επίρρωση όσων υποστηρίζουν ότι όσο “πολύτιμη” κι αν είναι η τουριστική βιομηχανία για την ανάπτυξη της χώρας, άλλο τόσο επικίνδυνο είναι για την Ελλάδα να βάζει όλα τα αυγά της στο καλάθι του τουρισμού. Κάτι, που -αν και άπαντες το απεύχονται - ενδεχομένως να “ανακαλύψει” σύντομα, ελέω των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή.
Τα στοιχεία, όμως, της Eurostat που είδαν χθες το φως της δημοσιότητας, είναι χρήσιμα και για ακόμη έναν λόγο. Καταδεικνύουν ότι η επιδοματική πολιτική που αρέσκονται να ακολουθούν οι κυβερνήσεις σε αυτόν τον τόπο, τόσο της διακυβέρνησης προ όσο και μετά του 2019, είναι λάθος.
Και τούτο διότι επιδοτεί εκείνους που το (επίσης στρεβλό) φορολογικό σύστημα της χώρας αναδεικνύει ως τους πλέον αδύναμους, ενώ στην πραγματικότητα την αγοραστική δύναμη όλων (ακόμη και όσων φοροδιαφεύγουν) μειώνει η απουσία όρων υγιούς ανταγωνισμού, στην οποία οφείλεται ένα σημαντικό ποσοστό του φαινομένου “ακρίβεια”.
Κατά τα λοιπά, άπαντες αναμένουν το επόμενο “πακέτο παροχών” από την κυβέρνηση ώστε να αντιμετωπιστούν τα επίχειρα της κρίσης. Είναι βέβαιον ότι δεν θα αργήσει.
Σε προεκλογικό έτος είμαστε...