Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Σήμερα στις 11 το πρωί είναι προγραμματισμένη να διεξαχθεί στη Βουλή, σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών, η συζήτηση «για την κατάσταση του Κράτους Δικαίου, των Θεσμών και της λειτουργίας του Κοινοβουλίου στην Ελλάδα».
Αν και τη διεξαγωγή της έχει ζητήσει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Ν. Ανδρουλάκης, πρόκειται για μία συζήτηση καθ’ όλα επιβεβλημένη, υπό το φως τόσο της απαξίωσης στην οποία εμφανίζονται να έχουν περιέλθει οι θεσμοί, τουλάχιστον ενώπιον της κοινής γνώμης, όσο και των αλλεπάλληλων κρουσμάτων αδιαφάνειας που ταλανίζουν τον τόπο, με κυριότερα τα σκάνδαλα του ΟΠΕΚΕΠΕ και των υποκλοπών.
Εντέλει, πρόκειται για μία συζήτηση η οποία αφορά στην ποιότητα της δημοκρατίας στη χώρα μας.
Είναι απολύτως ενδεικτικό τούτου ότι από τη Δευτέρα 20 Απριλίου εξετάζονται ενώπιον της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής τα αιτήματα άρσης ασυλίας δύο βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος, ενώ η ίδια επιτροπή έχει ήδη εισηγηθεί την άρση της ασυλίας ακόμη 11 βουλευτών της ΝΔ, οι οποίοι συμπεριλαμβάνονται στις δικογραφίες για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Τις τελικές αποφάσεις περί αυτών των αιτημάτων θα λάβει η ολομέλεια του Κοινοβουλίου.
Τούτου δοθέντος, με ένα ικανό τμήμα της κυβερνητικής πλειοψηφίας, αν συμπεριλάβουμε και όσους ήδη βρίσκονται ενώπιον της Δικαιοσύνης, αλλά και με την υπόθεση των υποκλοπών να έχει τεθεί εκ νέου υπόψη του Άρειου Πάγου, είναι σαφές ότι δημιουργείται μία πυκνή αχλή αδιαφάνειας περί τον τρόπο με τον οποίο κυβερνάται η χώρα.
Αυτή δεν αφορά μόνον στις συγκεκριμένες υποθέσεις, δηλαδή στα τυχόν ατοπήματα ή εντέλει αδικήματα οποιουδήποτε βαθμού σχετίζονται με αυτές αλλά στο συνολικό πλαίσιο προϋποθέσεων υπό το οποίο τούτες κατέστησαν δυνατές.
Με άλλα λόγια, στην ύπαρξη πελατειακών σχέσεων, ακόμη και για τα κοινώς λεγόμενα «ρουσφέτια», στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, στην ύπαρξη αναξιοκρατίας, στο καθεστώς υπό το οποίο ενεπλάκησαν ή μη κρατικοί λειτουργοί σε παράνομες παρακολουθήσεις με το σύστημα Predator, στον τρόπο που απονέμεται η δικαιοσύνη στη χώρα μας και συνολικά στην ύπαρξη ή μη κράτους δικαίου στην Ελλάδα. Διότι εντέλει σε αυτό αφορά η σημερινή συζήτηση, από την οποία οφείλει να προκύψει ένα κάποιο όφελος για τον τόπο.
Εάν και τούτη η συζήτηση αναλωθεί κατά τον συνήθη τρόπο, με ιαχές και κραυγές από τα έδρανα της αντιπολιτεύσεως και στείρες διαβεβαιώσεις περί της ομαλής λειτουργίας των θεσμών στην πατρίδα μας από την πλευρά της κυβέρνησης, ποιο το όφελος;
Είθισται κοινοβουλευτικές συζητήσεις αυτού του περιεχομένου να καταλήγουν σε ακραία ρητορική και σφοδρές αντιπαραθέσεις μεταξύ των πολιτικών αρχηγών. Εάν και η σημερινή αναλωθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, αντί της διατύπωσης συγκεκριμένων προτάσεων για τη βελτίωση της λειτουργίας των θεσμών, ποιο το μήνυμα που θα εισπράξει η κοινή γνώμη, αν όχι αυτό της επιβεβαίωσης των χειρότερων ανησυχιών της;
Οι δεκαετίες που κύλησαν μετά την πτώση της επτάχρονης δικτατορίας, το 1974, υποτίθεται ότι εμπέδωσαν συνθήκες κράτους δικαίου και δημοκρατίας στην πατρίδα μας.
Αυτές σήμερα αμφισβητούνται.
Όχι μόνον χάριν πολιτικής σκοπιμότητας εκ μέρους τμημάτων αντιπολίτευσης, αλλά από την κοινή γνώμη και εντέλει το εκλογικό σώμα, το οποίο τείνει να απομακρυνθεί από τα πολιτικά πράγματα ή ακόμη και από την κάλπη, για την άσκηση του εκλογικού του δικαιώματος, έχοντας κυρίαρχη την αίσθηση του «όλοι ίδιοι είναι και τίποτε δεν αλλάζει». Πρόκειται για μία κατάσταση δυνητικά επικίνδυνη, καθώς αφορά στον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο πολιτικός κόσμος της χώρας και δη οι αρχηγοί των πολιτικών κομμάτων καλούνται σήμερα να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και να μη διαβούν για ακόμη μία φορά κάτω από τον πήχη.
Είναι σε θέση;