Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Πού ακριβώς είμαστε σήμερα; Κατ’ αρχάς, τα προφανή.
Η χώρα βρίσκεται προ μίας νέας εκλογικής αναμέτρησης, εντός των προσεχών μηνών, είτε οι κάλπες στηθούν το φθινόπωρο εφέτος, είτε έως την Άνοιξη του επομένου έτους, δίχως όμως να προκύπτει αυτοδυναμία για το πρώτο κόμμα.
Σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη δημοσκόπηση (GPO), η ΝΔ αν και πρώτο κόμμα με 23,8% στην πρόθεση ψήφου, εμφανίζει μία διόλου ευκαταφρόνητη υποχώρηση 2,3%, χάνοντας τα κέρδη του προηγούμενου μήνα, υπό το βάρος της εντεινόμενης ακρίβειας αλλά και των σκανδάλων. Το ΠΑΣΟΚ, παραμένει στην δεύτερη θέση με σχετική άνοδο από 11,4% τον Μάρτιο, σε 12,8% ενώ από εκεί και μετά πάμε σε μονοψήφια ποσοστά για το σύνολο των υπολοίπων κομμάτων.
Με τις μετρήσεις για τα κόμματα Τσίπρα, Καρυστιανού ή ακόμη και Σαμαρά να παραμένουν, εν πολλοίς, ακόμη αντικείμενο φιλολογικής συζήτησης, αλλά και με δεδομένη την απόφαση του Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ να μην συνεργαστεί μετεκλογικά με την ΝΔ, -υπό Μητσοτάκη ή μη - η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι αυτή της δυνητικής ακυβερνησίας ή εντέλει της πολιτικής αστάθειας, τουλάχιστον έως ότου ο τόπος αποκτήσει μία κυβέρνηση με την υποστήριξη της πλειοψηφίας της Βουλής. Το σενάριο περί κυβέρνησης «ανοχής»… ας μην το εξετάσουμε καν, επίσης για προφανείς λόγους.
Με άλλα λόγια, μίας εικόνας δυνητικά επικίνδυνης, τόσο για τα εθνικά μας θέματα -σε εποχή αυξανόμενης τουρκικής προκλητικότητας- όσο βεβαίως και για την οικονομία και την ευημερία των κατοίκων αυτής της χώρας. Υπό το φως δε αυτής της διαπίστωσης, είναι απολύτως κατανοητό και το «χαρτί» της ανάγκης σταθερότητας που προτάσσει το κυβερνών κόμμα.
Ποιοι είναι οι λόγοι, όμως, που φθάσαμε έως εδώ, μετά από μία επταετία Μητσοτάκη; Ενός ανθρώπου που εξελέγη δις στα ηνία της χώρας με ξεκάθαρη εντολή να τα «αλλάξει όλα»;
Η παράμετρος της κυβερνητικής κόπωσης είναι προφανής, όπως αντίστοιχα προφανής είναι και η αποστροφή μεγάλης μερίδας του εκλογικού σώματος, το οποίο του εμπιστεύτηκε αυτά τα ηνία, εξαιτίας των πολυποίκιλων σκανδάλων που ήρθαν στην δημοσιότητα, από το «σκόιλ ελικικιού», έως τις υποκλοπές και βεβαίως τον ΟΠΕΚΕΠΕ, και της πλημμελούς λειτουργίας του κράτους (σιδηρόδρομοι, δασικοί χάρτες, Υγεία, Παιδεία, κλπ. κλπ.)
Κυριότερα, όμως, διατείνεται η παρούσα στήλη, αυτή η εικόνα έχει να κάνει με δυο τινά. Πρώτον, την απουσία «οράματος» για την επόμενη ημέρα εκ μέρους της παρούσας κυβέρνησης και δεύτερον, την απουσία πειστικής και βιώσιμης εναλλακτικής πρότασης εκ μέρους των κυριότερων κομμάτων της αντιπολίτευσης. Είτε αυτή αφορά «πρόσωπα», είτε όχι.
Οι μεν κυβερνήσεις Μητσοτάκη πήγαν τη χώρα ένα βήμα παραπέρα από εκεί που βρισκόταν το 2019 ή ακόμη και το 2023, δηλαδή της προσέφεραν ταχύτερη ανάπτυξη του μ.ο. της ευρωζώνης, σημαντική μείωση της ανεργίας και ταχύτατη αποκλιμάκωση χρέους. Όμως σε αυτά πρέπει να προσμετρηθεί και το «φαινόμενο του ελατηρίου», δηλαδή, της αναμενόμενης συμπεριφοράς της οικονομίας μετά από πολυετή μνημόνια, περιοριστική πολιτική και βαθιά ύφεση.
Αντίστοιχα, υπήρξαν ορισμένες μεταρρυθμίσεις, μικρού ή μεγαλύτερου βεληνεκούς, οι οποίες ωστόσο, δεν είχαν τον καταλυτικό εκείνο ρόλο που θα ανέμενε κανείς από κάποιον με εντολή «άλλαξέ τα όλα».
Ούτε το παραγωγικό μοντέλο επιχειρήθηκε να αλλάξει, με την τουριστική βιομηχανία να παραμένει ως η κυριότερη οικονομική δραστηριότητα στον τόπο μας και την κατανάλωση να καθοδηγεί το ΑΕΠ, ούτε υπήρξαν βαθιές τομές στην δημόσια διοίκηση, στον τρόπο λειτουργίας της δικαιοσύνης, στην λειτουργία του συστήματος Υγείας και Παιδείας, πλην σημειακών παρεμβάσεων.
Κυριότερα, όμως, δεν υπήρξε στόχευση και όραμα για την «επόμενη ημέρα». Με άλλα λόγια, η εμπέδωση ενός αισθήματος ότι ο τόπος έχει στόχους, μετρήσιμους και υλοποιήσιμους, που θα τον οδηγήσουν από το σημείο Α στο σημείο Β μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
Αντίστοιχο, προφανώς, πλην σημαντικά βαθύτερο, είναι και το έλλειμμα της αντιπολίτευσης. Ως εξ αυτού και η εικόνα των δημοσκοπήσεων. Ο καθένας από εμάς βλέπει ότι οι «προτάσεις» είναι φτωχές και η υλοποίηση ακόμη φτωχότερη.
Οι χρόνιες παθογένειες, του τύπου πελατειακές σχέσεις, αδιαφάνεια, σκάνδαλα, αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση, και άλλα τινά, εξακολουθούν να κυριαρχούν και η χώρα απλά οδεύει σε εκλογές…
Αυτό, λοιπόν, είναι το τέλμα και από αυτό θα μπορέσουμε να εξέλθουμε μόνον εάν βρεθεί κάποιος να παρουσιάσει ένα βιώσιμο και πειστικό σχέδιο ανάταξης του τόπου και όχι μόνον παροχές και μπαλώματα.
«Αυτός», δε, θα έχει και τις περισσότερες πιθανότητες να αναλάβει και την διακυβέρνηση.