Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Η περίπτωση του 89χρονου ο οποίος εισέβαλε χθες με καραμπίνα σε υποκατάστημα του ΕΦΚΑ και στο Εφετείο Αθηνών, πυροβολώντας και τραυματίζοντας πέντε ανθρώπους, είναι προφανώς ακραία και ευλόγως καταδικαστέα.
Όσα διέπραξε δεν δικαιολογούνται. Οδηγούν, όμως, σε σκέψεις.
Η Ελλάδα, λένε, τα πάει καλά. Οι δείκτες ευημερούν, το αξιόχρεο αναβαθμίζεται, οι αγορές δείχνουν εμπιστοσύνη, οι τίτλοι των ειδήσεων στάζουν αισιοδοξία. Μια χώρα που, επιτέλους, «γύρισε σελίδα» και αφήνει πίσω της μια πολυετή κρίση.
Μόνο που η σελίδα αυτή δεν διαβάζεται από όλους. Και σίγουρα όχι με τον ίδιο τρόπο.
Γιατί, έξω από τα διαγράμματα και τις εκθέσεις, υπάρχει μια οικονομία που επιμένει να μη συμμορφώνεται με το αφήγημα. Είναι η οικονομία της καθημερινότητας: του ενοικίου που απογειώθηκε και σπάνια υποχωρεί, του σούπερ μάρκετ που δεν αφήνει περιθώρια, της ενέργειας που παραμένει ασταθής και ακριβή, της δόσης που εξακολουθεί να βαραίνει παρά τις προσδοκίες για αποκλιμάκωση επιτοκίων. Είναι η οικονομία όπου το εισόδημα τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας -και όπου η «ανάπτυξη» ακούγεται σαν κάτι που αφορά κάποιον άλλον.
Και τότε προκύπτει το ερώτημα που αποφεύγεται συστηματικά: ανάπτυξη για ποιον;
Διότι, αν η ανάπτυξη δεν περνά στην κατανάλωση, αν δεν μεταφράζεται σε ουσιαστικές επενδύσεις από τη βάση της αγοράς, αν δεν ανακουφίζει το διαθέσιμο εισόδημα, τότε μοιάζει περισσότερο με λογιστική καταγραφή παρά με πραγματική πρόοδο. Είναι μια βελτίωση που αποτυπώνεται στους πίνακες αλλά όχι στην καθημερινότητα.
Η εικόνα γίνεται πιο καθαρή αν κοιτάξει κανείς τη συμπεριφορά της αγοράς. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις παραμένουν επιφυλακτικές. Δεν επενδύουν με την ένταση που θα περίμενε κανείς από μια οικονομία που «τρέχει». Δεν προσλαμβάνουν με αυτοπεποίθηση. Διαχειρίζονται, αντί να σχεδιάζουν. Και αυτό δεν είναι θέμα ψυχολογίας. Είναι θέμα κόστους και ορατότητας.
Στο ίδιο μήκος κύματος, τα νοικοκυριά περιορίζουν τις επιλογές τους. Η κατανάλωση γίνεται πιο προσεκτική, όχι επειδή άλλαξαν συνήθειες αλλά επειδή περιορίστηκαν οι δυνατότητες. Η αποταμίευση παραμένει ζητούμενο και η έννοια της «άνεσης» μετατίθεται συνεχώς προς τα κάτω.
Στο μεταξύ, οι τράπεζες απολαμβάνουν τα οφέλη των υψηλών επιτοκίων με αξιοσημείωτη συνέπεια. Τα περιθώρια κέρδους διευρύνονται, τα αποτελέσματα ενισχύονται, η εικόνα σταθεροποιείται. Όμως η μετάδοση αυτής της βελτίωσης προς την πραγματική οικονομία γίνεται με αργούς ρυθμούς. Η αγορά χρήματος προσαρμόζεται ταχύτατα όταν πρόκειται να επιβαρύνει, αλλά διστάζει όταν πρόκειται να ελαφρύνει. Και αυτή η ασυμμετρία δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια -είναι εμπειρία καθημερινή.
Και η κυβέρνηση; Επιλέγει να επενδύσει στο αφήγημα της επιτυχίας. Δεν είναι παράλογο. Μετά από χρόνια κρίσης, η ανάγκη για θετικά μηνύματα είναι υπαρκτή. Όμως εδώ ανακύπτει ο κίνδυνος: όταν η εικόνα γίνεται πιο σημαντική από την ουσία, τότε η πραγματικότητα αρχίζει να πιέζει από κάτω.
Η σταθερότητα, που υπήρξε ζητούμενο, κινδυνεύει να μετατραπεί σε άλλοθι ακινησίας. Ιδίως όταν ελάχιστες από τις χρόνιες παθογένειες του συστήματος αντιμετωπίζονται. Άλλοθι για να μη θιγούν στρεβλώσεις, για να μην επιταχυνθούν μεταρρυθμίσεις, για να μη διαταραχθεί μια ισορροπία που λειτουργεί επικοινωνιακά αλλά όχι κοινωνικά. Διότι η κοινωνία δεν ζει με μέσους όρους. Ζει με πραγματικά εισοδήματα, πραγματικές τιμές και πραγματικές προσδοκίες.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι η απόσταση μεταξύ αριθμών και καθημερινότητας. Είναι η εξοικείωση με αυτή την απόσταση. Η σιωπηρή αποδοχή ότι «έτσι είναι τα πράγματα». Ότι η ανάπτυξη μπορεί να είναι άνιση, χωρίς αυτό να αποτελεί επείγον ζήτημα. Ότι η βελτίωση μπορεί να καθυστερεί για τους πολλούς, χωρίς αυτό να διαταράσσει τη συνολική εικόνα.
Αλλά εκεί ακριβώς βρίσκεται το όριο. Γιατί μια οικονομία που ευημερεί στους δείκτες αλλά όχι στην κοινωνία, δεν είναι σταθερή -είναι εύθραυστη. Και μια εύθραυστη ισορροπία δεν αντέχει για πολύ, ιδίως όταν οι προσδοκίες αρχίζουν να διαψεύδονται.
Αν, λοιπόν, η ανάπτυξη συνεχίσει να αφορά τους λίγους και το κόστος να διαχέεται στους πολλούς, τότε το πρόβλημα δεν θα παραμείνει οικονομικό. Θα γίνει πολιτικό, με όρους που δύσκολα θα ελέγχονται. Γιατί οι αριθμοί αντέχουν την ωραιοποίηση. Οι κοινωνίες, όχι.
Και όταν η πραγματικότητα αρχίζει να αμφισβητεί το αφήγημα, συνήθως δεν το κάνει διακριτικά. Γεγονός επικίνδυνο, όταν μας χωρίζει τόσο λίγος χρόνος από τις εκλογές.