Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Υποθέσεις όπως αυτή των υποκλοπών δεν κλείνουν. Δεν τελειώνουν με μια υπογραφή σε διάταξη αρχειοθέτησης. Δεν σβήνουν με διοικητικές πράξεις ούτε αποσυμπιέζονται με θεσμικές διατυπώσεις «ελλείψει νέων στοιχείων».
Απλώς μετακινούνται στο επόμενο επίπεδο.
Η υπόθεση των υποκλοπών έχει ήδη διανύσει αυτόν τον κύκλο περισσότερες από μία φορές. Μπήκε στο μικροσκόπιο της Δικαιοσύνης, πέρασε από αρχειοθετήσεις, επανήλθε μέσω δικαστικών αποφάσεων για επιμέρους πτυχές της, τροφοδότησε πολιτική σύγκρουση, και σήμερα επιστρέφει εκ νέου στο θεσμικό προσκήνιο με αιτήματα για εξεταστικές επιτροπές και νέα κοινοβουλευτική διερεύνηση.
Η εικόνα της «λήξης» είναι βολική. Αλλά δεν είναι πραγματική. Γιατί δεν αφορά μία μεμονωμένη υπόθεση ιδιωτικής παραβατικότητας. Αφορά έναν μηχανισμό που, σύμφωνα με τις δικαστικές εξελίξεις και σειρά δημόσιων αποκαλύψεων, συνδέεται με παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων, δημοσιογράφων, ανώτερων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και επιχειρηματικών παραγόντων. Δηλαδή με τον πυρήνα λειτουργίας του κράτους και ενδεχομένως της εθνικής ασφάλειας. Και τέτοιες υποθέσεις δεν «κλείνουν» επειδή το αποφασίζει ένα θεσμικό όργανο σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
Η πρόσφατη αρχειοθέτηση από τον Άρειο Πάγο επιχειρεί να επιβάλει μια εικόνα κανονικότητας. Ότι η έρευνα ολοκληρώθηκε, ότι τα στοιχεία δεν επαρκούν για περαιτέρω ποινική διερεύνηση, ότι το κεφάλαιο αυτό μπορεί να θεωρηθεί τυπικά περασμένο.
Όμως η πραγματικότητα είναι πιο ανθεκτική από τις δικονομικές φόρμουλες.
Διότι την ίδια στιγμή υπάρχει καταδικαστική κρίση για ιδιώτες εμπλεκόμενους σε σύστημα παρακολουθήσεων. Υπάρχουν εφέσεις σε εξέλιξη. Υπάρχουν κοινοβουλευτικά αιτήματα για νέα διερεύνηση. Και υπάρχει ένα σύνολο καταγγελιών και ευρημάτων που δεν έχουν εξαντληθεί ούτε πολιτικά ούτε θεσμικά.
Αυτό είναι το πρώτο κεφάλι της ύδρας: η ψευδαίσθηση της οριστικής εκκαθάρισης.
Κάθε φορά που επιχειρείται να επιβληθεί η ιδέα του «τέλους», προκύπτει ένα νέο επίπεδο εκκρεμότητας. Μια νέα δικογραφική πτυχή, μια νέα κοινοβουλευτική πρωτοβουλία, μια νέα δικαστική εξέλιξη.
Το δεύτερο κεφάλι είναι η ίδια η δικαστική διαδικασία σε εξέλιξη. Το Εφετείο. Εκεί όπου οι υποθέσεις δεν αντιμετωπίζονται ως πολιτικά αφηγήματα, αλλά ως ζωντανά αποδεικτικά πεδία. Μάρτυρες επανεξετάζονται. Στοιχεία επαναξιολογούνται. Οι βεβαιότητες της πρώτης κρίσης δεν είναι δεδομένες. Και αυτό σημαίνει ότι τίποτα δεν έχει κριθεί οριστικά.
Το τρίτο κεφάλι είναι το πολιτικό και θεσμικό αποτύπωμα. Οι Εξεταστικές Επιτροπές. Όχι ως διαδικαστικό άλλοθι, αλλά ως πεδίο επαναφοράς των κρίσιμων ερωτημάτων: ποιος γνώριζε τι, πότε, σε ποιο επίπεδο, με ποια ανοχή ή συμμετοχή. Και κυρίως: ποιοι μηχανισμοί επέτρεψαν να λειτουργήσει ένα τέτοιο σύστημα χωρίς έγκαιρη θεσμική ανάσχεση.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία του ζητήματος. Όχι στις επιμέρους τεχνικές λεπτομέρειες, αλλά στη δομή της εξουσίας και στον τρόπο που αυτή ελέγχεται -ή δεν ελέγχεται.
Η υπόθεση των υποκλοπών δεν είναι ένα επεισόδιο που καταχωρείται και αρχειοθετείται. Είναι ένα στρώμα δυσπιστίας που έχει ήδη ενσωματωθεί στη θεσμική λειτουργία. Και τέτοιου τύπου στρώματα δεν αφαιρούνται με μία πράξη. Η κοινωνία δεν ξεχνά επειδή της ζητείται να ξεχάσει.
Και οι θεσμοί δεν αποκαθίστανται επειδή δηλώνεται ότι αποκαταστάθηκαν.
Η Λερναία Υδρα των υποκλοπών είναι ακριβώς αυτό: μια υπόθεση που πολλαπλασιάζεται κάθε φορά που επιχειρείται να περιοριστεί. Στις δικαστικές αίθουσες. Στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Στη δημόσια συζήτηση. Στα ερωτήματα που επιμένουν. Και όσο παραμένει έστω και ένα αναπάντητο κρίσιμο ερώτημα, δεν υπάρχει πραγματικό τέλος.
Υπάρχει μόνο αναβολή του επόμενου γύρου.