Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Για τριάντα και πλέον χρόνια, η Ελλάδα αντιμετωπίζει το τουρκικό casus belli ως έναν μόνιμο γεωπολιτικό εκβιασμό. Από το 1995, όταν η τουρκική Εθνοσυνέλευση απείλησε ακόμη και με χρήση στρατιωτικών μέσων σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο, η Αθήνα ουσιαστικά αυτοπεριορίστηκε και δεν άσκησε ένα δικαίωμα που ρητά προβλέπεται από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
Όμως, το περιφερειακό και διεθνές περιβάλλον του 2026 δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνο του 1995.
Η Τουρκία επιχειρεί πλέον να μετατρέψει τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας» από πολιτικό δόγμα σε θεσμοθετημένη κρατική στρατηγική.
Οι πληροφορίες περί νομοθετικής κατοχύρωσης των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο δεν συνιστούν μία ακόμη επικοινωνιακή υπερβολή της Άγκυρας. Αντίθετα, αποτελούν ένδειξη ότι η Τουρκία επιδιώκει να παγιώσει εσωτερικά, θεσμικά και διεθνώς μία αναθεωρητική αντίληψη περί κυριαρχίας και θαλασσίων ζωνών, όσο κι αν η Ελλάδα απορρίπτει τις τουρκικές αιτιάσεις.
Και εδώ ακριβώς ανακύπτει το πραγματικό ερώτημα: εάν όχι τώρα, τότε πότε θα ασκήσει η Ελλάδα το δικαίωμα των 12 μιλίων;
Το 1995 η Ελλάδα βρισκόταν αντιμέτωπη με μία Τουρκία που πίστευε ότι μπορούσε να επιβάλει μονομερώς τους όρους της στο Αιγαίο. Το 2026 η γεωπολιτική εικόνα είναι διαφορετική.
Η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε βασικό πυλώνα της δυτικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο, με κρίσιμες αμερικανικές και νατοϊκές υποδομές από τη Σούδα έως την Αλεξανδρούπολη. Και τούτο ενώ η ευρύτερη περιοχή βρίσκεται ήδη σε κατάσταση υψηλής γεωπολιτικής πίεσης δεδομένης της κρίσης στη Μέση Ανατολή και της συνολικότερης αστάθειας που εκτείνεται από την Ουκρανία έως την Ερυθρά Θάλασσα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, “αντέχει” ο ήδη κλυδωνιζόμενος θεσμός του ΝΑΤΟ μία νέα εστία σοβαρής αστάθειας στο εσωτερικό της νοτιοανατολικής πτέρυγας του; Μία παράμετρος που αναπόφευκτα μεταβάλλει τους συσχετισμούς σε σχέση με το παρελθόν.
Υπάρχει όμως και μία ακόμη διάσταση, ίσως η σημαντικότερη: η σταδιακή νομιμοποίηση των τουρκικών διεκδικήσεων μέσω της αδράνειας.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν είναι απλώς μία ρητορική κατασκευή εσωτερικής κατανάλωσης. Είναι μία στρατηγική συνεχούς παραγωγής τετελεσμένων. Κάθε χρόνος που περνά χωρίς ουσιαστική ελληνική αντίδραση επιτρέπει στην Άγκυρα να παρουσιάζει τις διεκδικήσεις της όχι ως ακραία εξαίρεση, αλλά ως «διαφορά προς διευθέτηση».
Και αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημείο. Διότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι διεκδικεί η Τουρκία. Είναι ο κίνδυνος να αρχίσει η διεθνής κοινότητα να θεωρεί ως αυτονόητο ότι η Ελλάδα οφείλει μονίμως να αυτοπεριορίζεται υπό καθεστώς απειλής.
Ακριβώς γι’ αυτό η επέκταση των χωρικών υδάτων δεν θα αποτελούσε απλώς μία νομική πράξη. Θα συνιστούσε μία στρατηγική δήλωση κυριαρχίας και θεσμικής αυτοπεποίθησης. Μία υπενθύμιση ότι τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν ασκούνται κατόπιν αδείας τρίτων.
Η Αθήνα έχει ήδη κάνει το πρώτο βήμα με την επέκταση στα 12 μίλια στο Ιόνιο. Το επόμενο βήμα στο Αιγαίο προφανώς απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό, διπλωματική προετοιμασία και σαφή στρατηγική αντίληψη των διεθνών ισορροπιών. Όμως η διαρκής αναβολή ενέχει και αυτή κόστος.
Διότι στην Ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων, πολλές φορές το πρόβλημα δεν ήταν μόνο οι τουρκικές διεκδικήσεις. Ήταν η σταδιακή εμπέδωση της αντίληψης ότι η Άγκυρα μπορεί να καθορίζει μονομερώς μέχρι πού φθάνει η ελληνική κυριαρχία.
Και αυτό, για μία ευρωπαϊκή χώρα του 21ου αιώνα, θα ήταν ίσως η σοβαρότερη υποχώρηση από όλες.