Η πολιτική ατμόσφαιρα στην Ελλάδα θυμίζει ολοένα περισσότερο προεκλογική περίοδο διαρκείας. Νέα κόμματα εμφανίζονται, παλαιοί ηγέτες επανακάμπτουν, πολιτικά σενάρια διακινούνται σχεδόν καθημερινά και το σύστημα μοιάζει να αναζητεί εναγωνίως τον επόμενο συσχετισμό δυνάμεων που θα μπορούσε να οδηγήσει στην εξουσία.
Η ίδρυση του κόμματος της Μαρίας Καρυστιανού, οι συζητήσεις περί επιστροφής του Αλέξη Τσίπρα με νέο πολιτικό φορέα, τα σενάρια για ενδεχόμενη κίνηση του Αντώνη Σαμαρά, ακόμη και οι πληροφορίες περί αναζήτησης «προσωπικοτήτων κοινής αποδοχής» για μελλοντικές κυβερνητικές συνεργασίες στον χώρο της κεντροαριστεράς συνθέτουν ένα σκηνικό έντονης πολιτικής ρευστότητας.
Και ασφαλώς προκαλούν ανησυχία στη Νέα Δημοκρατία. Όχι απαραίτητα επειδή διαμορφώνεται ήδη μία πειστική εναλλακτική εξουσίας, αλλά επειδή διογκώνεται και σχηματοποιείται πλέον ένα ευρύ κοινωνικό ρεύμα δυσθυμίας, κόπωσης και δυσπιστίας απέναντι στην κυβέρνηση και συνολικά στα σημερινά «κόμματα εξουσίας».
Τα Τέμπη, οι υποκλοπές, η ακρίβεια, η αίσθηση ατιμωρησίας, η κόπωση των δημόσιων υπηρεσιών, η στεγαστική ασφυξία των νεότερων γενιών και η γενικευμένη πεποίθηση ότι «τίποτε δεν αλλάζει πραγματικά», καθώς απουσιάζει η όποια μεταρρυθμιστική ορμή, δημιουργούν ένα εκρηκτικό υπόστρωμα πολιτικής απονομιμοποίησης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, όποιος εμφανίζεται ως «αντισυστημικός», «αυθεντικός» ή απλώς «εκτός των γνωστών κομματικών μηχανισμών», αποκτά αυτομάτως πολιτικό χώρο.
Το κρίσιμο ερώτημα όμως παραμένει αναπάντητο: ποια ακριβώς λύση προτείνεται για τη χώρα;
Διότι, μέχρι στιγμής, το μεγαλύτερο μέρος της δημόσιας συζήτησης αφορά πρόσωπα, όχι πολιτικές.
Το εγχείρημα Καρυστιανού αντλεί προφανώς δύναμη από το τεράστιο ηθικό φορτίο της τραγωδίας των Τεμπών και από την αίσθηση ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν εμπιστεύεται πλέον ούτε τη Δικαιοσύνη ούτε το κράτος. Πρόκειται για ένα υπαρκτό και βαθύ πολιτικό ρεύμα. Όμως η καταγγελία, όσο ισχυρή κι αν είναι ηθικά, δεν συνιστά από μόνη της κυβερνητικό πρόγραμμα.
Πώς θα αντιμετωπιστεί το δημογραφικό; Πώς θα αυξηθεί η παραγωγικότητα της οικονομίας; Πώς θα συγκρατηθούν οι νέοι επιστήμονες που συνεχίζουν να εγκαταλείπουν τη χώρα; Πώς θα λειτουργήσει αποτελεσματικότερα το ΕΣΥ; Πώς θα αποκτήσει η Ελλάδα ισχυρότερη θέση σε μία Ευρώπη που εισέρχεται σε περίοδο γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας;
Ανάλογα ερωτήματα συνοδεύουν και ένα πιθανό νέο εγχείρημα Τσίπρα. Διότι, ανεξαρτήτως επικοινωνιακής επανεκκίνησης, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας θυμάται ότι κυβέρνησε ήδη μία φορά. Και εύλογα θα αναρωτηθεί: τι ακριβώς αλλάζει τώρα; Οι ιδέες; Τα πρόσωπα; Ή απλώς το πολιτικό branding;
Ακόμη και η συζήτηση περί «λύσεων προσωπικοτήτων», με ονόματα όπως του Ευάγγελου Βενιζέλου να επανέρχονται στο προσκήνιο, αποκαλύπτει ίσως το βαθύτερο αδιέξοδο του πολιτικού συστήματος. Αντί να παράγονται νέες πολιτικές ιδέες, αναζητούνται συνεχώς πρόσωπα που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως προσωρινές γέφυρες σταθερότητας.
Σαν να πιστεύει πλέον το πολιτικό σύστημα ότι το πρόβλημα της χώρας είναι κυρίως διαχειριστικό και όχι στρατηγικό.
Όμως η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει απλώς μία κρίση εκπροσώπησης. Αντιμετωπίζει κρίση προσανατολισμού.
Διότι πίσω από την πολιτική φθορά, πίσω από τη συσσωρευμένη κοινωνική οργή και πίσω από τη διαρκή ανακύκλωση συγκεκριμένων προσώπων, παραμένουν άλυτα τα ίδια θεμελιώδη προβλήματα: ένα παραγωγικό μοντέλο που στηρίζεται υπέρμετρα στην κατανάλωση και στον τουρισμό, ένα κράτος αργό και συχνά αναποτελεσματικό, μία Δικαιοσύνη που ολοένα και περισσότερο αντιμετωπίζεται με καχυποψία, νέοι άνθρωποι που δυσκολεύονται να φανταστούν το μέλλον τους στην πατρίδα τους.
Και όμως, μεγάλο μέρος του δημόσιου διαλόγου εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από τις μετεκλογικές συνεργασίες, τα πρόσωπα και τους πολιτικούς συσχετισμούς. Ούτε καν γύρω από τη στελέχωση των παραδοσιακών και των νέων κομμάτων. Τις «ομάδες» δηλαδή που θα αναλάβουν την «εξουσία» και τους «αρμούς» της...
Σαν η χώρα να αναζητεί διαρκώς τον επόμενο ένοικο της εξουσίας, χωρίς να έχει αποφασίσει ακόμη προς τα πού θέλει πραγματικά να πάει.
Και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται το βαθύτερο πρόβλημα της εποχής: ότι στην Ελλάδα του 2026 υπάρχουν πολλοί μνηστήρες της εξουσίας, αλλά πολύ λιγότερες πειστικές λύσεις για τη χώρα.