Από το φόντο της Ακρόπολης έως το τελικό βίντεο με τους πολίτες που παραλάμβαναν την ιδρυτική διακήρυξη σαν συμβολική “παρακαταθήκη”, η χθεσινή εκδήλωση στο Θησείο έδειξε ότι ο πρώην πρωθυπουργός επενδύει πλέον πολύ περισσότερο στη συγκρότηση πολιτικής ταυτότητας παρά σε μία απλή εκλογική επαναφορά.
Ακόμη και η ονομασία του νέου φορέα — Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛΑΣ) — ευλόγως, μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί. Πρόκειται για επιλογή με ισχυρούς ιστορικούς και πολιτικούς συνειρμούς, που ταυτόχρονα παραπέμπει στην εθνική αντίσταση, στον εμφύλιο, στην έννοια της “πατρίδας”, αλλά και σε μία προσπάθεια επανασύνδεσης της Αριστεράς με τον πατριωτικό λόγο.
Και ακριβώς εκεί βρισκόταν ο πυρήνας της χθεσινής ομιλίας: στον λεγόμενο «νέο πατριωτισμό».
Έναν πατριωτισμό που ο κ. Τσίπρας επιχείρησε να συνδέσει με την κοινωνική δικαιοσύνη,
την αντίσταση στις ανισότητες, την υπεράσπιση του κράτους δικαίου, την κριτική στην ολιγαρχία,
αλλά και μία πιο «πολυδιάστατη» εξωτερική πολιτική.
Η ομιλία του ήταν ταυτόχρονα καταγγελτική, κινηματική και έντονα συναισθηματική. Από τη Γάζα και την Ουκρανία έως τα Τέμπη, τις υποκλοπές, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τη στεγαστική κρίση και την ακρίβεια, επιχείρησε να οικοδομήσει μία ενιαία αφήγηση παρακμής: μιας χώρας που — κατά τον ίδιο — διολισθαίνει θεσμικά, κοινωνικά και οικονομικά.
Δεν επρόκειτο απλώς για αντιπολιτευτικό λόγο. Ήταν μία συνολική απόπειρα ηθικής και πολιτικής απονομιμοποίησης του σημερινού συστήματος εξουσίας.
Και ταυτόχρονα, μία προσπάθεια ανασύνθεσης ολόκληρου του χώρου αριστερά του κέντρου, μέσω της «σύγκλισης των τριών ιστορικών ρευμάτων»: της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, της Σοσιαλδημοκρατίας και της Πολιτικής Οικολογίας.
Υπό αυτή την έννοια, η χθεσινή εκδήλωση είχε σαφώς χαρακτηριστικά ιδρυτικής διακήρυξης μίας νέας πολιτικής παράταξης και όχι απλώς ενός ακόμη κόμματος.
Εδώ, όμως, αρχίζουν τα “δύσκολα”. Διότι, παρά την ένταση της καταγγελίας και παρά τη σαφή προσπάθεια δημιουργίας νέου πολιτικού αφηγήματος, ο κ. Τσίπρας παρέμεινε εξαιρετικά αόριστος στο κρίσιμο πεδίο της εφαρμοσμένης πολιτικής.
Οι επτά «δεσμεύσεις» που παρουσίασε περιέγραφαν κυρίως στόχους και αξιακές κατευθύνσεις: αξιοπρεπείς μισθοί, κοινωνικό κράτος, παραγωγική ανασυγκρότηση, θεσμική διαφάνεια, στεγαστική πολιτική, πράσινη μετάβαση, νέα εξωτερική πολιτική.
Όμως ελάχιστα ειπώθηκαν για το πώς ακριβώς θα χρηματοδοτηθούν, θα εφαρμοστούν ή θα συγκρουστούν με τις πραγματικές δομές ισχύος που ο ίδιος περιέγραψε.
Ακόμη περισσότερο, παρέμεινε ασαφές ποια πρόσωπα, ποια στελέχη και ποιος κυβερνητικός μηχανισμός θα μπορούσαν να υλοποιήσουν αυτή τη «Νέα Μεταπολίτευση» που επικαλέστηκε.
Και αυτό δεν είναι δευτερεύον ζήτημα. Διότι η ελληνική κοινωνία πράγματι εμφανίζεται κουρασμένη από την ακρίβεια, τη στεγαστική ασφυξία, τη θεσμική δυσπιστία, την αίσθηση ατιμωρησίας, αλλά και τη σταδιακή υποβάθμιση της ποιότητας ζωής.
Αυτό το έδαφος μπορεί πράγματι να καταστήσει ελκυστικό έναν νέο λόγο κοινωνικής και πολιτικής αμφισβήτησης. Όμως η εμπειρία της τελευταίας δεκαπενταετίας έχει επίσης καταστήσει τους πολίτες πιο δύσπιστους απέναντι στις μεγάλες διακηρύξεις.
Και τελικά, κάθε σοβαρή διεκδίκηση εξουσίας κρίνεται όχι μόνο από την ικανότητά της να περιγράφει τα αδιέξοδα, αλλά κυρίως από την ικανότητά της να πείθει ότι διαθέτει ρεαλιστική, εφαρμόσιμη και αξιόπιστη εναλλακτική.