Η άμυνα το «κλειδί» της βιομηχανίας

Μετά από δεκαετίες αποβιομηχάνισης, σήμερα ανοίγουν και πάλι μονάδες στην χώρα μας. Η αναβίωση της ελληνικής βιομηχανίας περνά μέσα από την άμυνα και μπορεί να βοηθήσει τη χώρα να γίνει από πελάτης, παραγωγός. Χρειάζονται όμως «κίνητρα».

Δημοσιεύθηκε: 24 Ιουνίου 2026 - 07:23

Load more

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Για δεκαετίες η Ελλάδα ξόδευε δισεκατομμύρια για την άμυνά της και εισέπραττε ελάχιστα για την οικονομία της. Αγόραζε οπλικά συστήματα, αλλά δεν αποκτούσε βιομηχανία. Ενίσχυε την αποτρεπτική της ισχύ, αλλά όχι την παραγωγική της βάση.

Με απλά λόγια, αγοράζαμε άμυνα και «εξάγαμε» ανάπτυξη. Οι εξοπλισμοί έμεναν στην Ελλάδα, αλλά οι θέσεις εργασίας, η τεχνογνωσία και η παραγωγή κατέληγαν στο εξωτερικό.

Σήμερα, για πρώτη ίσως φορά μετά από πολλές δεκαετίες, αυτή η εξίσωση μπορεί να αλλάξει.

Ο Μακροπρόθεσμος Προγραμματισμός Αμυντικών Εξοπλισμών για την περίοδο 2025-2036, ύψους περίπου 30 δισ. ευρώ, δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη εξοπλιστικό πρόγραμμα. Υπό προϋποθέσεις, μπορεί να εξελιχθεί στο μεγαλύτερο βιομηχανικό πρόγραμμα που γνώρισε η χώρα μετά τη μεταπολίτευση. Και μάλιστα σε μια συγκυρία κατά την οποία η Ευρώπη αποφασίζει να επενδύσει συνολικά 800 δισ. ευρώ μέσω του ReArm Europe, επιδιώκοντας να ενισχύσει τη στρατηγική και αμυντική της αυτονομία.

Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν θα δαπανηθούν τα χρήματα. Το ερώτημα είναι πού θα καταλήξουν. Διότι η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε ένα σταυροδρόμι. Εάν επαναλάβει το μοντέλο του παρελθόντος, αυτό του «πελάτη» εξοπλισμών, θα χάσει ξανά την ευκαιρία. Αν όμως αξιοποιήσει τη συγκυρία για να χτίσει παραγωγική βάση, τότε οι αμυντικές δαπάνες μπορούν να μετατραπούν σε μοχλό βιομηχανικής αναγέννησης.

Πρόκειται για μια ευκαιρία που δύσκολα θα επαναληφθεί. Σπάνια συμπίπτουν τόσο μεγάλα εθνικά εξοπολιστικά προγράμματα με μια πανευρωπαϊκή προσπάθεια ανασυγκρότησης της αμυντικής βιομηχανίας. Η συγκυρία δεν είναι απλώς ευνοϊκή. Είναι ιστορική.

Γιατί η άμυνα δεν αφορά μόνο φρεγάτες, πυραύλους και drones. Αφορά μέταλλα, ηλεκτρονικά, λογισμικό, αισθητήρες, σύνθετα υλικά, ναυπηγεία, μηχανολογικές κατασκευές, πανεπιστημιακή έρευνα και καινοτομία. Αφορά χιλιάδες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και δεκάδες κλάδους της μεταποίησης που μπορούν να επωφεληθούν από τη δημιουργία νέας παραγωγικής δραστηριότητας.

Η Ευρώπη ανακαλύπτει εκ νέου κάτι που επί χρόνια είχε λησμονήσει: χωρίς παραγωγή δεν υπάρχει στρατηγική αυτονομία. Και χωρίς βιομηχανία δεν υπάρχει ούτε οικονομική ούτε γεωπολιτική ισχύς. Η ασφάλεια επιστρέφει στον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής και μαζί της επιστρέφει η σημασία της παραγωγής.

Η Ελλάδα διαθέτει πλέον και χειροπιαστά παραδείγματα. Στον Βόλο εγκαινιάστηκε, χθες, ακόμη μία παραγωγική μονάδα της METLEN, σε μια περιοχή που επί χρόνια έβλεπε εργοστάσια να κλείνουν αντί να ανοίγουν.

Τα ναυπηγεία της Ελευσίνας, της Σύρου, του Σκαραμαγκά και της Σαλαμίνας διεκδικούν θέση στις νέες ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας. Ελληνικές επιχειρήσεις συμμετέχουν ήδη σε ευρωπαϊκά προγράμματα φρεγατών, ηλεκτρονικών συστημάτων, οπτικών εφαρμογών και αμυντικής τεχνολογίας.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αρχίζει να διαμορφώνεται μια διαφορετική λογική. Η αντίληψη ότι ένα μέρος των εξοπλιστικών δαπανών οφείλει να επιστρέφει στην ελληνική οικονομία ως παραγωγή, τεχνογνωσία και απασχόληση.

Η πρόβλεψη για ελάχιστη ελληνική συμμετοχή 25% στα εξοπλιστικά προγράμματα κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Η πρόταση του Ευάγγελου Μυτιληναίου να επιβραβεύονται με πρόσθετη βαθμολογία οι προσφορές που υπερβαίνουν αυτό το ποσοστό δείχνει έναν δρόμο που οφείλει να εξεταστεί σοβαρά.

Διότι εάν η Ελλάδα θα αποκτήσει ουσιαστικό μερίδιο στην παραγωγή ή αν θα περιοριστεί, για ακόμη μία φορά, στον ρόλο του πελάτη κρίνεται και από την παράμετρο του κινήτρου. Το ζητούμενο δεν είναι να δημιουργηθούν περισσότεροι υπεργολάβοι αλλά περισσότεροι παραγωγοί.

Η χώρα έχει πληρώσει ακριβά το παραγωγικό της έλλειμμα. Για δεκαετίες στηρίχθηκε κυρίως στην κατανάλωση, στις υπηρεσίες και στον δανεισμό. Η βιομηχανία συρρικνώθηκε, τα ναυπηγεία απαξιώθηκαν και η μεταποίηση υποχώρησε. Σήμερα παρουσιάζεται μια ιστορική ευκαιρία αντιστροφής αυτής της πορείας.

Η άμυνα μπορεί να γίνει κάτι πολύ περισσότερο από πολιτική ασφάλειας. Μπορεί να γίνει πολιτική ανάπτυξης. Να συνδέσει την παραγωγή με την τεχνολογία, την καινοτομία με την απασχόληση και την εθνική ισχύ με την οικονομική ανθεκτικότητα.

Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη μόνο από περισσότερους εξοπλισμούς. Έχει ανάγκη από περισσότερα εργοστάσια. Για δεκαετίες αγόραζε ασφάλεια χωρίς να παράγει ανάπτυξη. Τώρα έχει την ευκαιρία να αποκτήσει και τα δύο.

Το ερώτημα είναι αν θα την αξιοποιήσει ή αν θα προσθέσει ακόμη ένα χαμένο βιομηχανικό στοίχημα στη μακρά ελληνική συλλογή χαμένων ευκαιριών.

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων