Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Για τρίτη φορά η υπόθεση των υποκλοπών παραμένει στο αρχείο. Θα μπορούσε, λοιπόν, να υποθέσει κανείς ότι ύστερα από τέσσερα χρόνια ερευνών, αποκαλύψεων, δικαστικών διαδικασιών και πολιτικής αντιπαράθεσης γνωρίζουμε πλέον τι συνέβη. Μόνο που δεν γνωρίζουμε.
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου απέρριψε τα αιτήματα για ανάσυρση της δικογραφίας, κρίνοντας ότι δεν προέκυψαν «νέα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία» που να δικαιολογούν την επανεξέταση της υπόθεσης.
Δικαιοσύνη «α λα καρτ» δεν νοείται και ούτε θα υποδείξουμε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου πώς θα ερμηνεύσει τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Οφείλουμε, όμως, να επισημάνουμε το προφανές: θεμελιώδη ερωτήματα γύρω από την υπόθεση παραμένουν αναπάντητα. Διότι άλλο η δικονομική κατάληξη μιας υπόθεσης και άλλο η ουσιαστική διαλεύκανσή της.
Ακόμη και μετά την τρίτη αρχειοθέτηση παραμένει αναπάντητο το βασικότερο ερώτημα: ποιος έκανε τις υποκλοπές και γιατί;
Ποιος επέλεξε ως στόχους υπουργούς και άλλα πολιτικά πρόσωπα, έναν πρώην πρωθυπουργό, ανώτατους στρατιωτικούς και δημοσιογράφους; Ποιος χρηματοδότησε αυτή τη δραστηριότητα; Ποιος είχε συμφέρον να γνωρίζει όσα γνώριζαν αυτοί οι άνθρωποι;
Και, κυρίως, εάν δεν γνωρίζουμε ποιος τους παρακολουθούσε και για ποιον σκοπό, πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι δεν τίθεται ζήτημα εθνικής ασφάλειας;
Η νέα εισαγγελική απόφαση απορρίπτει το ενδεχόμενο της κατασκοπείας. Το ερώτημα, όμως, παραμένει πολιτικά και θεσμικά αμείλικτο: όταν μεταξύ των στόχων βρίσκονται άνθρωποι με πρόσβαση σε εξαιρετικά ευαίσθητες πληροφορίες του ελληνικού κράτους, η ταυτότητα και τα κίνητρα εκείνων που τους παρακολουθούσαν δεν αποτελούν λεπτομέρεια. Αποτελούν την ουσία της υπόθεσης.
Υπάρχει, μάλιστα, κάτι που σήμερα γνωρίζουμε και το οποίο δεν γνωρίζαμε όταν ξέσπασε το σκάνδαλο. Μία πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση για τέσσερις ιδιώτες σχετικά με την υπόθεση του Predator.
Άρα, η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνον καταγγελίες και πολιτικές υποψίες. Η Δικαιοσύνη έχει ήδη αποφανθεί σε πρώτο βαθμό για ποινικές ευθύνες συγκεκριμένων προσώπων.
Κομβικό πρόσωπο για την κατανόηση της υπόθεσης παραμένει, πάντως, ο Ταλ Ντίλιαν. Η εισαγγελική απόφαση επισημαίνει ότι από τις δημόσιες δηλώσεις του δεν προκύπτει πώληση του Predator σε ελληνική κρατική υπηρεσία. Ο ίδιος, άλλωστε, υποστηρίζει ότι δεν λειτουργούσε τα συστήματα που εμπορευόταν για λογαριασμό των πελατών του. Δεκτό.
Αλλά τότε το ερώτημα γίνεται ακόμη απλούστερο: ποιος λειτουργούσε το Predator στην Ελλάδα; Και ποιος αποφάσιζε ποιους θα παρακολουθήσει;
Η αντιπολίτευση μιλά για συγκάλυψη, για θεσμική εκτροπή και για ευθύνες της κυβέρνησης και της Δικαιοσύνης. Δεν χρειάζεται να υιοθετήσει κανείς αυτές τις καταγγελίες για να διαπιστώσει το προφανές: η υπόθεση μπορεί να βρίσκεται στο αρχείο, αλλά τα σημαντικότερα ερωτήματά της παραμένουν εκτός αυτού.
Τον προσεχή Δεκέμβριο η υπόθεση των τεσσάρων καταδικασθέντων θα εκδικαστεί σε δεύτερο βαθμό. Οι υποκλοπές, επομένως, θα επιστρέψουν στη δικαστική και πολιτική επικαιρότητα. Ενδεχομένως μαζί με νέα στοιχεία.
Διότι, αν και η δικογραφία μένει για τρίτη φορά στο αρχείο, τα κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν: ποιος επέλεγε τους στόχους, ποιος πραγματοποιούσε τις παρακολουθήσεις και, κυρίως, γιατί;
Τέσσερα χρόνια μετά, δεν γνωρίζουμε. Και όσο δεν γνωρίζουμε ποιος παρακολουθούσε ανθρώπους με πρόσβαση ακόμη και στα πλέον ευαίσθητα μυστικά του ελληνικού κράτους και για ποιον σκοπό, υπάρχει ένα ερώτημα που καμία αρχειοθέτηση δεν μπορεί να κλείσει:
Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν υπήρξε ζήτημα κατασκοπείας ή εθνικής ασφάλειας;