Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Στην πολιτική μπορεί κανείς να υποσχεθεί σχεδόν τα πάντα. Αυξήσεις, προσλήψεις, μειώσεις φόρων, επιδόματα, δωρεάν υπηρεσίες. Το δύσκολο αρχίζει όταν έρχεται η ώρα να απαντήσει σε μία απλή απαίτηση: πόσο κοστίζουν όλα αυτά και ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό.
Η χθεσινή αντιπαράθεση για το οικονομικό πρόγραμμα της ΕΛΑΣ είναι αποκαλυπτική.
Η ίδια υποστηρίζει ότι το πρόγραμμά της κοστίζει 7,5 δισ. ευρώ. Η κυβέρνηση το ανεβάζει πάνω από τα 40 δισ. στην τετραετία, ενώ στη δημόσια αντιπαράθεση ακούστηκαν προηγουμένως και άλλα ποσά. Η ΕΛΑΣ μιλά για αλλεπάλληλες κυβερνητικές κοστολογήσεις. Το υπουργείο Οικονομικών απαντά ότι η αντιπολίτευση διαιρεί ετήσιες δαπάνες διά τέσσερα, εμφανίζει μόνιμα μέτρα ως εφάπαξ και αφήνει άλλες εξαγγελίες εντελώς εκτός λογαριασμού.
Κοντολογίς, μύλος. Μπορεί να έχει δίκιο η κυβέρνηση. Μπορεί να έχει δίκιο η ΕΛΑΣ. Ο ψηφοφόρος, όμως, δεν είναι ούτε λογιστής ούτε δημοσιονομικός αναλυτής για να αποφανθεί ποιος κάνει σωστά τις πράξεις.
Απλά συνειδητοποιεί ότι τουλάχιστον η μία από τις δυο πλευρές τον εμπαίζει.
Δεν είναι σοβαρή πολιτική διαδικασία να κοστολογεί το κάθε κόμμα μόνο του τις εξαγγελίες του και οι αντίπαλοί του να τις ξανακοστολογούν κατά το δοκούν. Διότι τότε οι αριθμοί παύουν να αποτελούν εργαλείο ενημέρωσης και μετατρέπονται σε όπλο προπαγάνδας.
Από τον Νοέμβριο, το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο θα μπορεί να κοστολογεί ανεξάρτητα έως δέκα προτάσεις κάθε κόμματος. Πρόκειται για σημαντική θεσμική πρόοδο. Μόνο που υπάρχει ένα θεμελιώδες πρόβλημα: η συμμετοχή είναι εθελοντική.
Δηλαδή, ένα κόμμα μπορεί να ζητά την ψήφο μας για να διαχειριστεί δισεκατομμύρια ευρώ δημόσιου χρήματος, αλλά δεν υποχρεούται να καταθέσει τις βασικές εξαγγελίες του σε ανεξάρτητη κοστολόγηση. Αυτό δεν είναι επαρκής διαφάνεια. Είναι διαφάνεια κατ’ επιλογήν.
Τουλάχιστον τα κοινοβουλευτικά κόμματα θα έπρεπε να υποχρεούνται να καταθέτουν στο Δημοσιονομικό Συμβούλιο τις σημαντικότερες δημοσιονομικές δεσμεύσεις τους. Και οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν όχι μόνον ποιος τις κατέθεσε, αλλά και ποιος απέφυγε να το πράξει.
Υπάρχει, όμως, και η δική μας ευθύνη.
Επί δεκαετίες επιβραβεύσαμε την πολιτική υπόσχεση χωρίς να απαιτούμε λογαριασμό. Ακούγαμε τι θα πάρουμε, όχι τι θα κοστίσει. Μας ενδιέφερε η παροχή, όχι η χρηματοδότησή της. Και έτσι δημιουργήθηκε ένα πολιτικό σύστημα που έμαθε ότι η υπόσχεση προηγείται και η αριθμητική ακολουθεί, αν ακολουθήσει ποτέ.
Η δημοσιονομική διαφάνεια δεν αρχίζει όταν ένα κόμμα αναλαμβάνει την εξουσία. Αρχίζει όταν τη διεκδικεί.
Όποιος ζητά την ψήφο μας για να διαχειριστεί τα χρήματά μας οφείλει πρώτα να μας πει, με ανεξάρτητη σφραγίδα, πόσο κοστίζουν όσα υπόσχεται.
Τα υπόλοιπα είναι τζάμπα κουβέντα. Με τα δικά μας λεφτά.